Τρίτη 7 Μαΐου 2019

21 - Τέγου Ελένη - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 21


***


***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Τέγου Ελένη

Γεννήθηκε στον Πειραιά από γονείς Μικρασιάτες. Τις Γυμνασιακές της σπουδές, ακολούθησε ένα πτυχίο στην Κοινωνική εργασία και τα παιδαγωγικά. Από το 1990 είναι μόνιμος κάτοικος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης με κύρια απασχόληση την εκπαίδευση εθελοντικών ομάδων για τα άτομα με ειδικά χαρίσματα και τη συγγραφή βιβλίων- άρθρων, χρονογραφημάτων, ποίησης, με κοινωνική θεματολογία που προέκυψε κυρίως από τη συστηματική της ενασχόληση με σχολές γονέων και άλλους συλλόγους. Μετεκπαιδεύτηκε σε προγράμματα οικογενειακής στήριξης στις Η.Π.Α., εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Στρασβούργο, εφ' όσον εφήρμοσε καινοτόμα προγράμματα Κοινοτικής Οργάνωσης σε 12 Κοινότητες της Ορεινής Ευρυτανίας - Ναυπακτίας. Τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στην Αθήνα. Της απενεμήθη το οικόσημο του Μουσείου Γλυπτών και Ομοιωμάτων Λουκίας Γεωργαντή. Της δόθηκε ο «Χρυσός Ήλιος» της Βεργίνας από τις «Φίλες της Αγάπης» Βόλου. Επόπτρια πρακτικής άσκησης των φοιτητριών της Σχολής Κοινωνικών Λειτουργών ΧΕΝ στην Αθήνα και υπεύθυνη του Οικοτροφείου αυτής. Πρόσφερε τις δυνατότητες της για κοινωνική εργασία με ομάδες Γονέων – Εφήβων παιδιών , με παράλληλη στήριξη της κίνησης για την προστασία ατόμων τρίτης ηλικίας.
Συνέχισε τη δραστηριότητα της με τις Σχολές Γονέων στις κυριότερες πόλεις της Θεσσαλίας, τη Βέροια και τη Θεσσαλονίκη. Τιμήθηκε με πλακέτα για την εθελοντική της προσφορά στο σωματείο «Βοήθεια Ζωής, για το Ειδικό παιδί - άτομο» Θεσσαλονίκης, στήριξε 2 άτομα για τη συγγραφή των βιβλίων τους «Αρμενίζοντας» και «Στον κήπο της ζωής». Από το 2002 είναι μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος και από το 2003 μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Τιμήθηκε ως «Γυναίκα Δημιουργός». Έχει συμπεριληφθεί στην Ανθολογία Ποίησης «Ερωτικός Μάιος» που εκδόθηκε από τη Μουσική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος, στο Φεστιβάλ Ποίησης με θέμα «Φθινοπωρινές Νότες», στην «Εγκυκλοπαίδεια των Αργοναυτών Θεσσαλονίκης, στις δύο «Εγκυκλοπαίδειες γραμμάτων και τεχνών» της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, στην «Ανθολογία Ποίησης και Πεζογραφίας» Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος.
Πολυγραφότατη η Ελένη Τέγου, έχει συμπεριληφθεί στην Ένωση Λογοτεχνών Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων» (Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.) και είναι συνεργάτης της ως αρθρογράφος κοινωνικών θεμάτων στην Ελλάδα και την διασπορά, μέσω εφημερίδων και περιοδικών.
Έργα της:
«Ντί φίλε μου, «Λουκία–Γιώργος», «Συνέχισε να ονειρεύεσαι», «Παιδιά αγγελούδια», «Δύο αγάπες μια ζωή», «Λογοτέχνες της Καλαμαριάς», «Duo Amori …un UNICA VITA», «Παιδικά παραμύθια». Η εργασία της ήταν και είναι εθελοντική. Το πλείστον των έργων της διατίθεται για πράξεις ευποιίας που προάγουν την κοινωνική πρόνοια.
eletegou@gmail.com

Αριστοτέλης, ο μέγας διανοητής και διδάσκαλος
Έλληνα, φιλόσοφε Αριστοτέλη!
Απουσιάζεις από την εποχή μας και όμως ζεις, μέσα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μας και μέσα από την ονομασία οδών και πλατειών αυτής. Ζεις και θα ζεις στις καρδιές των Ελλήνων μα και της οικουμένης ολόκληρης, μέσα από το τεράστιο κοινωνιολογικό – παιδαγωγικό και φιλοσοφικό σου έργο. Εσύ ο μεγαλοφυής Σοφός - Φυσιοδίφης, ο δημιουργός της Περιπατητικής Σχολής και του Λυκείου.
Αν την Ελληνική σοφία, την παραβάλλουμε με ένα φωτεινό ορίζοντα, στην θέση των πιο μεγάλων αστεριών του, θα βρίσκεται ο σοφός Αριστοτέλης, ο γίγαντας του πνεύματος σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, ο μέγας διδάσκαλος του γένους, με διαχρονική αξία και παγκόσμια καταξίωση.

Προσφώνηση

Για την αθάνατή σου δόξα, μεγάλε οικουμενικέ διδάσκαλε, από τα Στάγειρα της Χαλκιδικής, ας εμπνευστούμε απόψε από την ουράνια μούσα για να υμνήσουμε το μεγαλείο της διδαχής σου που άφησε στην ψυχή του Έλληνα μαθητή σου ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ τόσο υψηλά συναισθήματα από τα ελληνικά ιδεώδη και του ενέπνευσε τον θαυμασμό και την αγάπη στο ελληνικό πνεύμα και τον ελληνικό πολιτισμό. Εκείνος πάλι, σου ανταπέδιδε τόσο σεβασμό και ευγνωμοσύνη ώστε να λέει στον πατέρα του τον Φίλιππο, Βασιλέα της Θεσσαλονίκης, ότι : ''Στον πατέρα μου οφείλω το ζειν, στον δε διδάσκαλό μου το ευ ζειν.''

Στην μνήμη Σου, Αριστοτέλη

Δάσκαλε, μίλησες για αρετές
που τείνουν να χαθούνε
Νομίζω είν' ωφέλιμο
να ξαναθυμηθούμε, πως
Γλυκύτατη αρετή του λογικού είναι η φρόνηση
Ουαί, σ' αυτούς που την κοιτούν με περιφρόνηση.
Κοπέλα όλο συναίσθημα είν' και η πραότητα
Που δίνει στη ζωή άλλη ποιότητα.
Λαμπρή και υπερήφανη περνά και η ανδρεία
που έχει αφήσει πίσω της αθάνατη ιστορία.
Σπουδαίες αρετές, η σωφροσύνη και η εγκράτεια
κι όμως σπανίζουν φανερά, σ' όλη την επικράτεια.
Έπειτα, η πολυπόθητη, τυφλή δικαιοσύνη
που δίχως νόμους σοβαρούς τίποτα δεν θα γίνει,
αφού οι νόμοι είναι η ψυχή της πολιτείας.
Αν απ' το σώμα χάνεται η ψυχή
Εκείνο πέφτει και η ζωή θα χαθεί.
Έτσι και η πόλη, αν τους νόμους στερηθεί
αυτόματα γκρεμίζεται, τα πάντα έχουν χαθεί.
Αλίμονο στον άνθρωπο που έχει οξυθυμία
μα και στον ασυγκράτητο που ζει σ' ακολασία
Ενώ δονείται η ψυχή από την αδικία
την ανυπόφορη σκλαβιά και την μικροψυχία.
Αριστοτέλη, δάσκαλε, σοφέ όλης της οικουμένης
Εσύ για τον πολιτισμό του χθες του σήμερα
και αύριο θα μένεις
Αστέρι εσύ ανέσπερο, πνεύμα αθάνατο, λαμπρό.
Πρωταθλητή παγκόσμιε για τον πολιτισμό.


Ελλάδα του ήλιου και της πέτρας

Πέτρα, πρωτόφαντη ομορφιά
στις πλαγιές του Χορτιάτη
σμιλεμένη σε πλουσίων αυλές
και φτωχών χωρικών το χαγιάτι.

Σε πέτρες που στήσανε χορό
στο διάβα σου κατρακυλώντας
πάνω σε φιδωτές διαδρομές
ουράνια μουσική σκορπώντας.

Του ήλιου ο δίσκος φωτοστέφανος
ξεπρόβαλε σαν του Θεού το μάτι
χρυσές αναλαμπές προσφέροντας
στο χείλος του γκρεμού και κάθε μονοπάτι.

Τεράστιοι βράχοι που σφηνώσανε
σε ανοιχτής, γαλάζιας θάλασσας τους κόλπους
φτιάξανε λιμανάκια μ’ άσπρα βότσαλα
που μαγνητίζουνε πουλιά μα και ανθρώπους.

Πέτρινα κάστρα κι εκκλησιές
ψυχής ανάπαυση σ’ άνθρωπο πονεμένο
πηγούλες πέτρινες, δροσίζετε
με το νερό σας κάθε διψασμένο.

Ψυχή του Έλληνα, στεφανωμένη
σε λαγκαδιές και δάση χαραγμένη
στάσου περήφανη πάνω στην πέτρα
και όσα χάρισες στην οικουμένη μέτρα.

Για την ημέρα της Γυναίκας
Γυναίκα Εθελόντρια

Στο δέντρο της ζωής
χάραξες θαρρετά τη θέλησή σου
έκανες την πράξη
τραγούδι χαράς,
στήριξες τους ανήμπορους
μη σταματάς.

Η πηγούλα της ζωής σου
δέθηκε γερά μαζί τους
γίνηκε μεγάλη λίμνη
να δροσίσει την ψυχή τους.
Τους κοιτάς με στοργή
βοηθάς, χαμογελάς
δεν ζητάς ανταμοιβή.

Βρίσκουν την τόλμη να σου πουν
το χέρι να τους δώσεις
σφραγίδα δωρεάς γι’ αυτούς
ποτέ μην τους προδώσεις.

Σπινθήρα ζωής να σε πω
χαράς ξεχείλισμα και λάμψη το βράδυ;
αλκυονίδα μέρα συ με διάφανο φως
που διώχνεις μακριά το σκοτάδι.

Παράθυρο στον ήλιο της προσφοράς
είναι δύσκολος ο δρόμος, μα συ προχωράς
να βρεις ψωμί, να δώσεις χαρά
στο γέρο, στον ανάπηρο και σ’ όποιον στην ζητά
Όσο δουλεύεις τόσο νικάς, πυλώνας αγάπης είσαι,
μη σταματάς.

Κουράγιο Ελλάδα

Ελλάδα μας, ξεχωριστό λουλούδι μοσχομύριστο.
Κοπέλα λυγερόκορμη με δακτυλίδι μέση.
Σου έδωσαν χρυσό μαντήλι και σταυρό
σε παρθενόκρινο λαιμό για να φορέσεις.
Πίστεψες τα πλανεμένα λόγια της Ευρώπης.
Ο χορός των παροχών και υποσχέσεων καλά κρατούσε.
Από απλή κόρη φιλοσόφων, ποιητών, δασκάλων
που με σοφία σε ανάθρεψαν
μετάλλαξη αρχών και πεποιθήσεων ζητούσες.

Για σένα Ελλάδα ξακουστή
στα πέρατα της οικουμένης, για σένα συζητούσαν
γι’ αυτό σε πλάνεψαν με παροχές.
Σου πρόσφεραν ζωή ασύδοτη
σ’ οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού και τοκοχρεολύσια
ζητούσαν.
Οι άνθρωποι που πίστεψαν σε σένα πάγωσαν.
Ήρθαν οι πλανευτές και σε μια νύχτα άρπαξαν το βιος τους
Σε μαύρη απελπισία επέσανε, τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια τους.
Ο κόσμος χάθηκε σάμπως να μην ήτανε δικός τους.
Και τώρα κόρη, αλυσοδεμένη σέρνεσαι
Στα σαθρά σκαλοπάτια της μάγισσας που λέγεται Ευρώπη.

Βαρύ και ασήκωτο σταυρό σε φόρτωσε
και κυνηγώντας τα παιδιά σου τα εκτόπισαν,
καταλογίζοντας ότι το σφάλμα ήταν δικό σου.

Στον Αρχιστράτηγο

Το Μαυρομμάτι ορφάνεψε
το Μαυρομμάτι κλαίει
κοιτάζει απάνω στη σπηλιά
και τον καημό του λέει.

Καραϊσκάκη αρχηγέ
και των βουνών τσακάλι
πάλεψες για την λευτεριά
δεν έσκυψες κεφάλι.

Νύχτα και μέρα πάλεψες
για την ελευτεριά μας
προστάτης Συ ακούραστος
για μας και τα παιδιά μας.

Το Μεσολόγγι έπεφτε
στις δάφνες του επάνω
και η Ρούμελη έπλεκε όνειρα
για άξιο καπετάνιο.

Και μέσ’ στο ψυχομάχημα
του Γένους μας τη ζάλη
μέσα στη μαύρη απελπισιά
ως αρχηγός ξεπρόβαλες

Καραϊσκάκη ήρωα,
του τόπου μας καμάρι.
Ξεστράτισες για Πειραιά
και βουβαθήκαν τα βουνά.
σαν Καβαλάρης Άγιος
με το σπαθί στο χέρι
δεκάτιζες και τρόμαζες
των Αλβανών τ’ ασκέρι.

Μα εκεί, ως Αρχιστράτηγος
στου Πειραιά την θέση
ύπουλο βόλι χτύπησε
το τίμιο κορμί σου.
στις 23 του Απριλιού
μαζί με την γιορτή σου.

Το έργο σου αθάνατο
θα μένει στους αιώνες
κι εμείς πανηγυρίζουμε
τους ιερούς αγώνες.
αγώνες που εδόξασαν
την τιμημένη Ελλάδα
για να κρατά περήφανη
της λευτεριάς τη δάδα.

Το τελευταίο αντίο
Ο κύριος Αναπόφευκτος

Θα 'ρθει μια μέρα, δεν θα 'ρθει;
Δεν θα με προσπεράσει
μα με το κρύο χέρι του
το χέρι θα μου πιάσει.
Μη με κοιτάς παράξενα
για τα λεγόμενά μου
το θέμα το εμπέδωσα
το χώνεψε η καρδιά μου.
Θα είναι βράδυ ή πρωί
ή ίσως μεσημέρι;
Φθινόπωρο ή Άνοιξη
Χειμώνας, καλοκαίρι;
Θα 'ναι τα πόδια μου γερά
και το μυαλό εντάξει;
Θα έχω αυτοκριτική
ή μήπως τα μπερδέψω;
Θα αρκεσθώ σ' όσα μου πει
ή κι άλλα θα γυρέψω;
Φίλους γνωστούς και συγγενείς
σε λίστα θα περάσω
θέλω να είμαι τυπική
σ' αυτά που θα κεράσω.
Θα είναι μέρα βροχερή
με ζέστη ή με κρύο
όταν αυτοί θα μαζευτούν
στο τελευταίο «αντίο;»
Δεν θέλω να 'ναι συννεφιά
μα μια λαμπρή λιακάδα
να τους στηρίζει ψυχικά
σαν παίρνουν την κρυάδα.
Θα τους κοιτάζω σιωπηλή
ή θα χαμογελώ;
Θα εκφράζω λόγια στήριξης
όταν τους χαιρετώ;
Όλα αυτά μ' απασχολούν
τα τελευταία χρόνια
γιατί όμως παιδεύομαι
Εκεί θα ζήσω αιώνια!

Μάνα αγρότισσα

Υφάδι και κλωστή στα χέρια σου κρατούσες
σαν άλλο αερικό την προίκα σου κεντούσες
της λάμπας το φυτίλι συντροφιά σου
να συνοδεύει στοργικά τα όνειρά σου.
Ο ύπνος μετρημένος και βαθύς
γιατί έπρεπε νωρίς να σηκωθείς
για να νοιαστείς αδέλφια, γονικά και ζωντανά,
τα χέρια σου ακούραστα, για όλα ικανά.

Για το χωράφι έφευγες νωρίς τα ξημερώματα
με τραχανά που έβρασες χορτάσαν τόσα στόματα.
Κι αν ήσουν νιόπαντρη και είχες και μικρό
μαζί θα το ’παιρνες αβίαστα θαρρώ,
θα το ’βαζες στη γούρνα, εκεί κάποιας σποριάς
προφυλαγμένο, ταϊσμένο και ας βρυχιόταν ο βοριάς.

Κόντρα στη νύστα θ’ αντηχούσε το τραγούδι
με την πλεξούδα φάνταζες σαν του αγρού λουλούδι
Και όταν στο σπίτι θα γυρνούσες κουρασμένη
λίγο νερό στο πρόσωπο και η δουλειά προσμένει,
να μαγειρέψεις σαν σωστή νοικοκυρά
για να χορτάσουν ο αφέντης, η γιαγιά και τα παιδιά.

Μάνα αγρότισσα, μάνα αγρότισσα

όπου και αν γύρισα, για σένα ρώτησα. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου