Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

8 - Καψάλης Τεντ, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 8


***


***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Καψάλης Τεντ, ΗΠΑ

Γεννήθηκε στο ιστορικό Καλπάκι Ιωαννίνων στις 23 Απριλίου 1952. Είναι ο πέμπτος γιος του Δημήτριου και της Ελευθερίας Καψάλη. Απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου του Ιστορικού Καλπακίου και του Γυμνασίου Δολιανών Ιωαννίνων. Σε ηλικία 18 χρονών μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Σπούδασε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στο Σικάγο και έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλη την Αμερική. Αν και σήμερα ζει με την οικογένεια του στον φανταστικό κόλπο του Σαν Φρανσίσκο Καλιφόρνιας, θεωρεί τη Χαβάη σαν πατρική του γη. Εκεί έχει ζήσει σχεδόν 15 χρόνια, γνώρισε τη σύζυγο του Ευαγγελία κι εκεί γεννήθηκε ο γιος του Δημήτριος. Οι κόρες του, Ελευθερία και Αλήθεια γεννήθηκαν την Αλαμίδα και Βαλλέχο της Καλιφόρνιας.
Από τα εφηβικά του χρόνια ακόμα η αγάπη και ο πόθος του για την ποίηση βρισκόταν στην καρδιά του. Πριν λίγα χρόνια άρχισε να πραγματοποιεί μια φιλόδοξη προσπάθεια στην ξενιτιά, να διατηρήσει την Ελληνική γλώσσα εν ζωή.
Με τα ποιήματα του που ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες, μέσα από την ποίηση επιθυμεί να μοιράσει τα αισθήματα του, τα οποία έχουν αγγίξει τη ζωή του.
Ο Τεντ γράφει στην Ελληνική και στην Αγγλική γλώσσα. Στην Αγγλική γλώσσα τα έργα του έχουν αναγνωριστεί από το International Society of Poets και έχουν βραβευθεί δώδεκα φορές για τα ποιητικά του δημιουργήματα. Τον Ιούλιο του 2005 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο στην Αγγλική γλώσσα με τίτλο: «SIMPLE HEART, Whispering Love Songs». H Ellen Tanner Marsh της New York Times, Best Selling Author, στην κριτική της γι’ αυτό το βιβλίο αναφέρει πως: «Όποιος έχει αγαπήσει και αγαπήθηκε πολύ, θα βρει κάτι που θα εκτιμήσει στο βιβλίο του Τεντ Καψάλη. Είναι απλή, αληθινή, και αναμνηστική αγάπη. Είναι ποίηση που μιλά στην καρδιά, απ’ την καρδιά.»
Τον Φεβρουάριο του 2010 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του στη Αγγλική γλώσσα με τίτλο: «FROM HEART TO HEART, Inside Out». Τον Μάρτιο του 2012 κυκλοφόρησε το τρίτο βιβλίο του στην Αγγλική γλώσσα με τίτλο: «TRIPLE HEART, No Hidden Emotions». Τον Μάρτιο του 2014 κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο του με τίτλο: «HEART BLUES, For The World To Know». Τον Ιούνιο του 2017 κυκλοφορεί το πέμπτο βιβλίο του με τίτλο: «HEART BREAK, True Ordeal». Σε αυτό το βιβλίο έχει αγγίξει το ορόσημο του οράματός του, με 1001 ποιήματα στην Αγγλική γλώσσα.
Πέρα από την αγάπη του για την ποίηση, ο Τεντ είναι φανατικό μέλος της ποδηλασίας, του ποδοσφαίρου, της ορειβασίας, και του μαραθωνίου αγώνα δρόμου. Έχει τρέξει σε πάνω από εκατό Μαραθώνιους και υπέρ Μαραθώνιους, και συμμετείχε δύο φορές σε τρέξιμο 12 ωρών και πέντε φορές σε τρέξιμο 60 χιλιομέτρων καθώς και σε άλλους αγώνες, από υψίμετρο μηδέν (θάλασσας) σε 12,500 μέτρα.
www.poeticme.com, Tedkaps@msn.com

Ted Kapsalis 3630 Rocky Shore Drive, Vallejo, CA 94591

Πατρίδα μου
Δάκρυα φλογερά κατάκαρδα θλιμμένα
με σφαγμένα στήθια είν’ η καρδιά σου τώρα.
Κάνε κουράγιο, υπομονή, μπόρα είναι θα περάσει
η ξαστεριά θα ξαναρθεί, το ουράνιο τόξο θα προβάλει.

Γαλάζια θάλασσα, γαλάζιος ουρανός
άσπρα σύννεφα, αχ! Έλληνας είναι ο Θεός!
Κάνε κουράγιο, υπομονή, χειμώνας είναι θα περάσει
θα λιώσει το χιόνι στην ψυχή, άνοιξη θα ξανάρθει.

Τα νιάτα των παιδιών σου ξανά θα γίνουνε λεβέντες
απ’ το δικό σου είναι αίμα, που ρέει μες στις φλέβες.
Κάνε κουράγιο υπομονή! Έλληνας είναι ο Θεός
κι Ανάσταση θα φέρει, ορθός είναι ακόμη ο σταυρός.

Οι χάρες και τα κάλλη σου, η δόξα κι η ομορφιά σου
με χάρη στολίζουν το κορμί, δεν χαμηλώνει η ματιά σου.
Κάνε κουράγιο, υπομονή, σε προσμένει το λιμάνι
ο ήλιος ο ταξιδευτής και τ’ ουρανού η λάμψη.

Πολλοί είναι οι μνηστήρες σου, που σου τάζουν δακτυλίδι
να σου φορέσουνε στεφάνι να σε φαρμακώσουνε σαν φίδι.
Κάνε κουράγιο υπομονή! Έλληνας είναι ο Θεός
όσο αρχαία είσαι εσύ, τόσο είναι κι Αυτός.

Τον ίδρο και το αίμα κι αν σου στύψουν απ’ το σώμα
ζωντανή θα είναι η ψυχή κι αν σε θάψουνε στο χώμα.
Κάνε κουράγιο, υπομονή! Έλληνας είναι ο Θεός
θα βροντήσει, θα αστράψει και θ’ αναστηθείς!

Το πλατάνι 

Αγκαλιάζω το πλατάνι, το γιγάντιο κορμί του
το στοιχειωμένο σαν θεριό, απ’ τη μακρόβια ζωή του.
Κάθε φύλλο ένας αιώνας, δαρμένο από το πέρας,
με ντύνει σαν χιτώνας, μ’ αγκαλιάζει σαν αέρας.

Το καίει ο ήλιος σαν φωτιά, μα εμένα με δροσίζει,
και με το χιόνι παγωνιά, με τα φύλλα με ζεσταίνει.
Οι κλώνοι του οι λυγεροί, κλείνουν στη συντροφιά μου,
 και τ’ άψυχο τους το κορμί, ζωντανεύει στη ματιά μου.

Η σκιά του είναι μαγική βρυσούλα ο κορμός του,
που με χτενίζει με τα χάδια, το ψιχάλισμα χαράς του.
Κουρνιάζουν στα φύλλα τα πουλιά στου ίσκιου το μπαλκόνι
αηδόνια στις περσινές φωλιές, στου ήλιου φως που χαμηλώνει.

Στα φυλλώματα κουρνιάζουν, στο σκοτάδι οι νυχτερίδες,
ξαποσταίνουν τα σπουργίτια και μοιρολογούν οι κουκουβάγιες.
Στην πρώτη σταγόνα της φωτιάς, του καλοκαιριού τη σπίθα,
ομπρέλα κάνει τα κλαδιά, τη σκιά του στον ήλιο ασπίδα.

Τα κλωνάρια του σαν μπράτσα, σκύβουνε και με χαϊδεύουν,
και τα πλατανόφυλλα στα χέρια, με δροσάδα με μαγεύουν.
Η δίψα μου σβήνει απ’ τα χείλη, σαν τη χλόη στην αυγή,
σαν σταλαγματιές νερού, μου ποτίζουν το κορμί

Τώρα πια και να πεθάνω, ήσυχη θα ’ναι η μοναξιά μου,
ελαφρό θα 'ναι το χώμα και πλατάνι η καρδιά μου.

Ριμάδα ξενιτιά 

Πίνω καημό, πίνω κρασί της ξενιτιάς αλμύρα
δάκρυ είναι θαλασσί, κύμα φουρτούνας μοίρα.
Ριμάδα είσαι, ξενιτιά, σαν λίστρα στο κορμί μου
μια γρατσουνιά μες στην καρδιά, σφιχτή είν’ η πνοή μου.

Παράξενος είν’ ο ουρανός, η νύχτα το φεγγάρι
μέσα μου γίνεται χαμός, σφίγγει η καρδιά μου σαν λιθάρι.
Αγναντεύω τα σύννεφα ψηλά, τον αγέρα ακουρμάζομαι
μα δεν διαβάζω μήνυμα και απ’ την ορφάνια πνίγομαι.

Λιτό το πιάτο στο τραπέζι, ξερή η μπουκιά στο στόμα
μαχαιριά είναι που θερίζει, τα όνειρα στο στρώμα.
Ψάχνω στη νύχτα για να βρω, ένα αστέρι, ένα σημάδι
ένα σχοινί να κρατηθώ, πριν διαβώ μες στο σκοτάδι.

Είναι οι δρόμοι αδειανοί κι οι φίλοι μακριά μου μάνα,
πατέρας κι αδελφοί, σας πόνεσε η καρδιά μου.
Είναι η ζωή μου φυλακή, χαμόγελα δεν δίνει
να τραγουδήσω δεν μπορώ κι η μοναξιά με πνίγει.

Μέσα σε σκότη, ξενιτιάς, ζεστή αγκαλιά δεν βρήκα
σαν ερημίτης σ’ ερήμους μακρινούς εδιάβηκα και μπήκα.
Σε ισόγειο κουρνιάζω τις νυχτιές, παρέα με σκοτάδι
ήλιε ποτέ δεν άφησες για μένα ένα σου χάδι.

Πόνοι μου, κόποι και οι καημοί, μου αφήσανε ρυτίδες
στέρεψε μέσα μου η ψυχή, σβήσανε κι οι ελπίδες.
Τα βάσανα που πέρασα, στο νου μου δεν λησμονιούνται
φουρτούνα ήταν, θάλασσα, κύματα, δεν μετριούνται.

Βιαστήκανε τα νιάτα μας, σε ξένη γη γεράσαν
και από την πίκρα σβήσανε και δεν χαμογελάσαν.
Τώρα σε ξένο στρώμα βρίσκομαι κι έγειρα να πλαγιάσω
σε ξένο χώμα, αλμυρό εκεί θα ξαποστάσω.

Ω! Μητέρα μου Ελλάδα
Απ’ τα βάθη των αιώνων, ξεπροβάλει ένα φως,
των προγόνων ένα πνεύμα, ένας νους θαυματουργός.
Μια λαμπρή είσαι λάμψη, γλυκό μεθύσι μες στο νου,
μια κηλίδα δίψα στην ψυχή, ένα ποτήρι του πιοτού.

Ω! Μητέρα μου Ελλάδα, γεννήτρια Θεών,
της Ακρόπολης ο θρόνος, το θρανίο των σοφών.
Συ κρατάς ψηλά τη δάδα κι ο ήλιος προσκυνάει,
τις νύχτες κάνεις μέρα, τ’ αρχαίο πνεύμα τις φυλάει.

Απ’ του Ολύμπου την κορφή, το πνεύμα χαιρετά,
ακόμη οι Δώδεκα Θεοί, στον κόσμο το φυλά.
Ω! Μητέρα μου Ελλάδα, του πνεύμα οδηγός,
στους αιώνας των στροφών, ακόμη είσαι οδηγός.

Σε σπουδάζουνε οι ξένοι, του κόσμου όλες οι γενιές,
ήλιος μες στην οικουμένη, οι σοφές σου συμβουλές.
Της Ακρόπολης το φως σου κι η μαντεία των Δελφών,
γαλάζιος μένει ο ουρανός σου των αιώνων όλων των εποχών.

Άσπρα σαν τα σύννεφα, των ηρώων σου οι μορφές,
λουλουδιού σκορπίζουν άνθισμα, γεννούν τη φλόγα στις φωτιές
Σπουδάζουνε τη γνώση σου, του κόσμου όλοι οι λαοί,
προσκυνητής στο πνεύμα σου κι ολόκληρη η γη,

Σάρκα είσαι, λάμψη, θησαυρός σε κάθε μνήμη,
τον πλανήτη έχεις ανάψει, αφώτιστη στεριά δεν έχει μείνει.
Ω! Μητέρα μου Ελλάδα κι αν ακόμη σε φθονούν,
δικιά τους θα 'σαι πάντα, μάνα, χωρίς εσέ δεν κυβερνούν.


Ω! Λεωνίδα Βασιλιά! Οι Τριακόσιοι των Θερμοπυλών!

Ω! Μούσα! Tο τραγούδι σου, του θανάτου το γλυκό φιλί
μετάξι το έκανες και τύλιξες, των ηρώων την ψυχή.
Στων Θερμοπυλών στενά, λαμπρά το σώμα σου έστησες
και με βέλος το Μολών Λαβέ, με το αίμα σου έγραψες.

Ακόμα το χώμα μαρτυρεί, σαντάλων φέρνει πατησιά
δροσιά ανάσα οπλαρχηγών, με το δόρυ κι ασπίδα φορεσιά.
Στη ροδοδάχτυλη αυγή, στέκει σαν μάρμαρο η σκιά σας
με σηκωμένη κεφαλή αναπνέει, η αναστημένη λευτεριά σας.

Σαν χθες ο αέρας ψιθυρίζει, σαν σε φαράγγι αντιλαλεί
τη δόξα των αιώνων, των τριακοσίων με μια φωνή.
Το Μολών Λαβέ σαν αστραπή, τους αιώνες σημειώνει
και την ανδρεία σας λάφυρο, σ’ όλους τους Έλληνες χρεώνει.

Στους στενούς τους βράχους, των Θερμοπυλών
σε δυο μερόνυχτα, σταματήσατε το Βασιλέα των Περσών.
Σου έταξε ο Ξέρξης, δύναμη και πλούτο
για ανταλλαγή παράδοση, τον ελληνικό τον τόπο.

Μα εσύ, Ω! Λεωνίδα Βασιλιά! Προτίμησες την πάλη
το σπαθί σου και το δόρυ και ως ήρωας διάβηκες στον Άδη.
Η ηρωική θυσία σου και των λιτών συντρόφων
δεν γονατίσαν στα βέλη της ανατολικής στρατιάς χιλιάδων.

Ζωγραφισμένος είναι ο ουρανός, από βέλη κεντρισμένος
κι ακούω βήματα να σείουν τη γη των αρχαίων Ελλήνων.
Δικά σας είναι βήματα, γιγάντιες πατημασιές
από μουσκεμένα σάνταλα, από αίμα και βαθιές πληγές.

Ακόμη κι αν σας πρόδωσε στην κατάθλιψη του ο Εφιάλτης
την υποχώρηση αρνηθήκατε, αθάνατοι ήρωες της Σπάρτης.
Ω! Σας ζηλέψανε οι Θεοί, τους μέθυσε η ανδρεία σας
κι οι άσπροι γαλάζιοι ουρανοί, φόρεσαν τον μανδύα σας.

Ο στοχασμός μου τριγυρίζει, μου ταλαντεύει την ανάσα,
τι θα γίνονταν άραγε, αν δεν τους κλείνατε τη στράτα;


9 - Κονταρίνης Διονύσης, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 9


***


***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017

***
Κονταρίνης Διονύσης, ΗΠΑ

Με κεφαλλονίτικες ρίζες έχει γεννηθεί στην Πάτρα, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και έχει ζήσει σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση, σε νεανική ηλικία, στα παιδικά περιοδικά, Ελληνόπουλο και Θησαυρός των Παιδιών. Πριν τελειώσει το γυμνάσιο κάνει την εμφάνισή του στον χώρο της δημοσιογραφίας όπου την υπηρέτησε για πενήντα χρόνια. Παράλληλα για μια δεκαετία εργάστηκε και στον ελληνικό κινηματογράφο σαν σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Το 1969 μεταναστεύει στις ΗΠΑ όπου εργάζεται στην εφημερίδα ΠΡΩΙΝΗ και τα περιοδικά GREEK - AMERICAN - REVIEW και ESTIATOR. Παράλληλα συνεργάστηκε με τις εφημερίδες, Παροικιακός Λόγος, Σικάγου, Hellenic American News της Πενσυλβάνια και Πατρίδες του Καναδά. Το 1990 ανέλαβε την αρχισυνταξία του περιοδικού ESTIATOR μέχρι το 2007.
Συνεργάζεται με αρκετές ηλεκτρονικές εφημερίδες σε όλον τον κόσμο. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία. Την συλλογή ομογενειακών διηγημάτων, «Οι Άγκυρες», την ιστορική μελέτη, «Στα Χρόνια της Δόξας», το οδοιπορικό, «Η Γειτονιά του Κάστρου», και το ιστορικό μυθιστόρημα, «Οι Αντίθετοι». Αυτή την περίοδο δημοσιεύει πολιτικά άρθρα του στην Εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Προς το τέλος του 2001 με τον Βάϊο Φασούλα, Γερμανία και τον Γαβριήλ Παναγιωσούλη, ΗΠΑ, ξεκίνησαν με την ίδρυση μιας «Επιτροπής Πρωτοβουλίας» και αρχές του 2002 με δικαστική απόφαση πέτυχαν την ίδρυση της, Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων.
kondennis9@gmail.com
33-15 202nd street Bayside NY 11361 U.S.A.


Περιμένοντας τον Άι Βασίλη

.........
Από εκείνη την ημέρα ο Αντώνης ξεκίνησε τη δουλειά του. Στημένος μπροστά σε μια μεγάλη μηχανή όλη μέρα έκοβε λαμαρίνες και μετά τις έβαζε σε μια πρέσα και έφτιαχνε τα καλούπια. Πρώτη φορά στη ζωή του ο Αντώνης βρέθηκε να δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο. Λίγα γράμματα είχα μάθει κάτω στην πατρίδα και μ’ αυτά αγωνιζότανε και έβγαζε το μεροκάματο. Σαν βρέθηκε πίσω από τις μηχανές ένοιωσε τον φόβο να πλημμυρίζει το κορμί του. Κοίταζε τους άλλους γύρω του. Έβλεπε κάτι μεγάλους τροχούς να γυρίζουν δαιμονισμένα κάνοντας τρομερό θόρυβο. Κοιτούσε κάτι έμβολα που ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χτυπώντας τα σίδερα που ήσαν κάτω τους. Τον τρέλαινε ο θόρυβος που έκαναν όλη μέρα τούτα δω τα μηχανήματα. Ένοιωθε ξένος
μέσα σε τούτο δω το περιβάλλον. Αισθανόταν όλα γύρω του να τον πνίγουν.
Σε κανέναν δεν μιλούσε ο Αντώνης. Κι όταν το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό αυτός αποτραβιόταν μόνος σε μια γωνιά, άνοιγε το κατσαρολάκι του που του είχε ετοιμάσει η Αντιγόνη κι ανόρεχτα έτρωγε με το βλέμμα του χαμένο στο άπειρο. Οι σκέψεις βασάνιζαν όλη μέρα το μυαλό του. Προσπαθούσε να καταλάβει τι ζητούσε αυτός εκεί μέσα. Πώς και γιατί βρέθηκε σε μια ξένη χώρα, μακριά από το νησί του, τους δικούς του, τον ήλιο και την αλμύρα της θάλασσας, που τόσο τη λάτρευε. Και περίμενε καρτερικά να έλθει το Σάββατο, να πάρει τα δολάρια και να τρέξει στο σπίτι του, στην Αντιγόνη και τα μικρά του και να τους δώσει τη χαρά. Τη χαρά του πατέρα, που σαν σκοπό έχει να βλέπει το χαμόγελο να λάμπει φωτεινό στα χείλια των παιδιών του. Κι εκεί μέσα, στο μικρό σπιτάκι προσπαθούσε να ομορφύνει και τη δική του ζωή με την αγάπη που αγκάλιαζε τα παιδιά του. Κι απόμενε να κάνει όνειρα. Πολλά και όμορφα όνειρα για τούτα τα τρία μικρά του. Να μεγαλώσουν. Να μάθουν γράμματα πολλά. Να γίνουν άνθρωποι χρειαζούμενοι στην κοινωνία. Να ξεφύγουν από τη μοίρα τη δική του.


**********
-Μαμά που είναι ο μπαμπάς; ρώτησε κάποια στιγμή ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη γύρισε και κοίταξε το παιδάκι με δακρυσμένα μάτια. Του χάιδεψε λίγο τα μαλλιά του.
-Έρχεται αγόρι μου, του ψιθύρισε προσπαθώντας να πνίξει τους λυγμούς της. Όπου να ’ναι θα ’ρθει.
Σε λίγο ο Χάρη σηκώθηκε. Έκανε νόημα στην Αντιγόνη να τον ακολουθήσει και παίρνοντας τα παιδιά από το χέρι μπήκαν στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησαν.
Μέσα από τους δρόμους του Μπρούκλιν προχώρησαν προς το αεροδρόμιο, βγήκαν σε κάποια έξοδο και βρέθηκαν μπροστά σε ένα νοσοκομείο. Ο Χάρη μίλησε με τις νοσοκόμες που ήσαν στην αίθουσα υποδοχής και μετά γύρισε στην Αντιγόνη. Της έδωσε ένα χαρτάκι με το νούμερο κάποιου δωματίου και προσπάθησε να της εξηγήσει πώς να πάει. Αυτός κάθισε στην αίθουσα αναμονής με τα παιδιά και περίμενε. Πήρε στην αγκαλιά του τη μικρή Ρηνιώ που δεν είχε σταματήσει να κλαίει και βάλθηκε να τη χαϊδεύει για να την ηρεμήσει.
Η Αντιγόνη κατάφερε να βρει το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα κι έμεινε άφωνη εκεί στο άνοιγμά της. Μέσα στο δωμάτιο, πάνω σ’ ένα κρεβάτι, ο Αντώνης ήταν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και ανάσαινε βαριά. Τα δυο του χέρια ήσαν τυλιγμένα σ’ ένα σωρό επιδέσμους. Η Αντιγόνη είχε απομείνει στο άνοιγμα της πόρτας και τον κοιτούσε ενώ κάποιοι λυγμοί τάραζαν το στήθος της.
Πνιγμένη σ’ αυτές τις σκέψεις των περασμένων ημερών, η Αντιγόνη είχε απομείνει εκεί, μπροστά στο παράθυρο με τη μικρή Ρηνιώ στην αγκαλιά της.
-Μαμά. Θα ’ρθει ο Άι Βασίλης απόψε; ακούστηκε πλάι της η
φωνή του μικρού Κωστάκη.
Η Αντιγόνη ανακάθισε στην καρέκλα της σαν να συνήλθε ξαφνικά από τις σκέψεις της και γύρισε προς το μέρος του. Έξω είχε πάρει να σκοτεινιάζει. Το χιόνι, στροβιλίζονταν σ’ ένα τρελό χορό, έπεφτε πυκνό. Λιγοστοί οι διαβάτες σχεδόν έτρεχαν για τα σπίτια τους. Έμοιαζαν να βιάζονται για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο που ερχόταν.
-Μαμά. Σε ρώτησα αν θα ’ρθει ο Άι Βασίλης, είπε ξανά ο μικρός Κωστάκης.
Η Αντιγόνη έμεινε για λίγο άφωνη. Σαν τι τάχα μπορούσε να του πει; Βδομάδες τώρα ο πατέρας τους βρισκόταν στο νοσοκομείο να παλεύει κι αυτοί εδώ ζούσαν με την αγάπη και την καλοσύνη του Χάρη. Οι συγγενείς του Αντώνη ούτε που πέρασαν για να ρωτήσουν. Ποιος Άι Βασίλης να ’ρθει για τούτα τα μικρά;
-Θα τον περιμένουμε αγόρι μου, του είπε η Αντιγόνη προσπαθώντας να πνίξει το κλάμα της. Θα τον περιμένουμε. Και ποιος ξέρει; Μπορεί να μας θυμηθεί κι εμάς.
Ένα χτύπημα στην πόρτα την έκαμε να πεταχτεί φοβισμένη. Τα μικρά παιδάκια φοβισμένα και τα τρία κοίταξαν την μητέρα τους. Η Αντιγόνη άφησε από την αγκαλιά της τη μικρή Ρηνιώ και με τον φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της; πήγε να ανοίξει. Στο άνοιγμα της πόρτας ξαφνιάστηκαν όλοι. Ένας Άι Βασίλης με τα κόκκινα ρούχα του, με τον σκούφο του και τα πυκνά γένια του στεκόταν εκεί μπροστά τους. Στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη σακούλα γεμάτη με πολύχρωμα πακέτα.
-Merry Christmas! Happy New Year!! φώναξε με μια ψεύτικη βροντερή φωνή. Χο! Χο! Χο! και προχώρησε προς τα μέσα.
Χάιδεψε τα μικρά παιδιά που τον κοιτούσαν σαν χαμένα. Έσφιξε το χέρι της Αντιγόνης που κι αυτή τον κοιτούσε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Τα τρία παιδάκια
με χαρούμενα ξεφωνητά ρίχτηκαν στα πακέτα και τις σακούλες και άρχισαν να τα αδειάζουν. Ο Άι Βασίλης τα κοιτούσε κι έμοιαζε να αγκαλιάζει όλη αυτή τη χαρούμενη σκηνή που έβλεπε γύρω του και που αυτός την είχε φτιάξει. Πλησίασε την Αντιγόνη και στάθηκε μπροστά της. Κι αυτή τον κοιτούσε με μια απέραντη ευγνωμοσύνη ζωγραφισμένη στα μάτια της.
-I have good news for you. Tomorrow Antonis will come home της είπε και της έσφιξε το χέρι.
Στα μάτια της άστραψαν δυο δάκρυα. Του έσφιξε κι αυτή το χέρι.
-Σ’ ευχαριστώ Χάρη, ψιθύρισε μέσα από το κλάμα της.
Με αργά βήματα ο Άι Βασίλης προχώρησε προς την πόρτα και βγήκε. Μαζί του προχώρησε και η Αντιγόνη και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Κι αυτός προχώρησε προς το διαμέρισμά του. Πριν ν’ ανοίξει την πόρτα για να μπει γύρισε προς το μέρος της. Σήκωσε το χέρι του και την χαιρέτησε χαμογελώντας.
-Happy New Year, Antigoni.
Και μπήκε μέσα.

10 - Κοντομέρκου-Δημητροπούλου Βάνα, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 10


***

***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Κοντομέρκου-Δημητροπούλου Βάνα, ΗΠΑ
Η Βάνα Δημητροπούλου- Κοντομέρκου, γεννήθηκε στην Αθήνα. Τελείωσε τις Γυμνασιακές σπουδές της στο Αρσάκειο Πατρών, όπου τελειόφοιτος βραβεύτηκε από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Πατρών για την έκθεσή της «Άγιος Ανδρέας». Απεφοίτησε από την Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πτυχίο της Ελληνικής Φιλολογίας. Έκτοτε έζησε στον Καναδά και στην Αμερική. Από το 1980 διαμένει στο Κοννέκτικατ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Είναι ιδρυτικό και ενεργό μέλος του Ελληνικού Πολιτιστικού Συλλόγου της Ελληνικής Κοινότητας της Αγίας Τριάδος Μπρίτζπορτ, όπου διετέλεσε πρόεδρος κατά τα έτη (1988-1993). Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Ελλάδος και Αμερικής και της ΕΕΛΣΠΗ. Έγραψε τα πεζογραφήματα: «Ο ήλιος έβγαινε από την Δύση» (1983 Δωρικός), «Αύριο… ίσως» (1984 Δωδώνη), που μεταφράστηκε στα Αγγλικά με τίτλο «The Edge of the Day»( 1997 Seaburn, NY), το «Ανάμεσα σε δυο πατρίδες»(1986 Δωδώνη), «Φλογισμένες Πέτρες» (2007 Ηλέκτρα) ιστορικό μυθιστόρημα.
Παρουσιάσεις των βιβλίων της, έχουν γίνει σε Ομογενειακούς συλλόγους, στα βιβλιοπωλεία Barnes and Nobles της Νέας Υόρκης και Ελευθερουδάκη, στην Αθήνα. Επίσης, οι «Φλογισμένες Πέτρες», παρουσιάστηκαν από την Ελληνική τηλεοπτική εκπομπή, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ της ΕΡΤ3, στην Ελλάδα.
10 Rutlee Dr. Trumbull, CT. 06611. U.S.A.
Tel: ( 203 ) 268-3327
vkontomerkos@ aol.com


Με άφατη ευγνωμοσύνη

Στην χώρα που σφράγισε την πρώτη μου ανάσα.
Χάρισε ταυτότητα στη ύπαρξή μου
και γέμισε το πνεύμα μου με την περήφανη
Ψυχή της.

Ελλάδα μου

Αφουγκράζομαι με πόνο την οδύνη των Παθών σου.
Πιστεύω βαθειά στην αθάνατη Πηγή της ζωής που φέρνει
την Ανάσταση. Θα έρθει, καρδιά μου. Θα έρθει η Ανατολή.

Πατρίδα μου

Σ’ ευχαριστώ

Κοντομέρκου Βάνα

Η ε π ί σ κ ε ψ η

..........................

«Όλα είναι ένας κύκλος στην ζωή», της έλεγε πάντα.
-Είναι πάνω στην εφηβεία, μητέρα… Τι περιμένεις; έκανε με κόπο. Έρχεται απ’ το σχολείο και κλείνεται στο δωμάτιό της. Πολλές φορές, δεν βγαίνει ούτε για φαί.
-Δύσκολη περίοδος…, μουρμούρισε εκείνη κι ακόμα πιο δύσκολος ο χειρισμός. Σε σκέφτομαι. Ο Γιώργος, τι λέει;
Ο Γιώργος… Τώρα μάλιστα! Ο Γιώργος, ανασηκώθηκε για λίγο σαν άκουσε τις φωνές το πρωί, μετά γύρισε πλευρό και συνέχισε μακάρια τον ύπνο του.
-Ο Γιώργος λέει, είναι της ηλικίας... Μου λέει να προσέχω να μην στενοχωριέμαι και πάθω τίποτα.
-Σωστά. Είναι της ηλικίας. Μόνο που η ηλικία αυτή, μπορεί να τραβήξει επ’ αόριστον, άμα δεν την προσέξεις.
Ήταν ανέκφραστη. Μακάρι να μπορούσε να καταλάβει, τι σκεφτόταν... Να σκεφτόταν, άραγε τα δικά της καμώματα και τις σκληρές και απαιτητικές κουβέντες της, τα χρόνια εκείνα της επαναστατικής της έξαρσης, που έπεφταν άγριες καμουτσιές στο πρόσωπο της και την έγδερναν;
-Όλα είναι ένας κύκλος, μητέρα, μουρμούρισε.

....................................

Ο κόσμος της όμως, από κείνη την στιγμή, γύρισε ανάποδα. Και η λίγη αυτοπεποίθηση που είχε μείνει στον εαυτό της, εξανεμίστηκε. Τώρα; Τι θα μπορούσε τώρα να περιμένει από αυτόν, όταν εκείνος είχε πετάξει στα σκουπίδια τα χρόνια που έσφυζε από υγεία και ζωή. Τα χρόνια, που του είχε χαρίσει τα νιάτα της και την ψυχή της μέσα σε στιγμές υπέροχες, στιγμές κοινής μυστικής επικοινωνίας που τους είχαν αγγίξει βαθειά και τους ένωσαν.
Το κουζινάκι είχε γεμίσει σκιές. Ξαναγέμισε το ποτήρι και το κατέβασε μονορούφι. Χρειαζόταν δύναμη ν’ αντέξει.
-Μίλα μου, παιδί μου. Δεν με γελάς. Κάτι έχεις σήμερα, άκουσε σαν σε όνειρο την μητέρα της. Ο Γιώργος, έχει δίκιο. Πρέπει να κοιτάξεις τον εαυτό σου.
Η καρδιά της, άρχισε να χτυπάει ασύμμετρα. Ξαφνικά κατάλαβε, πόση αδύνατη ήταν η αντοχή της. Πόση ανάγκη είχε γι’ αγάπη. Πόση λαχτάρα για μια ανθρώπινη ζεστασιά. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Δεν προσπάθησε να τα κρατήσει. Τ’ άφησε, να κυλήσουν ελεύθερα. Έτρεχαν ασταμάτητα, σκάβοντας αυλάκια από κρύσταλλο πάνω στα χλωμά μάγουλά της.
Άνοιξε τα χέρια της και την αγκάλιασε. Κράτησε πάνω στο στήθος το κάτασπρο κεφάλι της και το φιλούσε.
-Συγγνώμη, μητέρα, ψιθύρισε. Συγγνώμη, για όλα τα χρόνια… Πάντα ήθελα να στο πω... αλλά για κάποιο λόγο, δεν τόλμησα ποτέ. Ίσως γιατί εσύ ήσουνα πάντα δυνατή κι εγώ γεμάτη προβλήματα... Όμως τώρα… Φοβάμαι μητέρα… φοβάμαι πολύ.
Τα πόδια της έτρεμαν. Της πήρε, τα δυο μαραμένα χέρια της. Τα κράτησε σφιχτά μέσα στην φούχτα της και τα φιλούσε. Τα φιλούσε κι έκλαιγε. Έκλαιγε και της μιλούσε…
Πόση ώρα πέρασε… Δεν κατάλαβε. Της άδειασε την ψυχή της. Σαν σταμάτησε, περίμενε με κομμένη ανάσα την αντίδρασή της. Δεν είδε τίποτα. Το βλέμμα της, συνέχισε να την κοιτάει ήρεμα, γλυκά. Μέσα στο μισοσκότεινο κουζινάκι ακουγόταν μόνο η αναπνοή της. Βαριά σαν να σήκωνε η ψυχή της την δική της κατάσταση.
-Κόρη μου, της είπε κάποτε. Όρθωσε το ανάστημά σου στην πρόκληση των γεγονότων. Θα εκπλαγείς από την δύναμη που κουβαλάς μέσα σου. Σε ξέρω καλά...Θα παλέψεις... Θα παλέψεις για σένα. Γι’ αυτούς που αγαπάς.
Τα λόγια της, ήρθαν κι ακούμπησαν σαν βάλσαμο στην ψυχής της. Ο πόνος ήταν πάντα εκεί κι ο δρόμος ατέλειωτα μακρύς... Αλλά τώρα έμοιαζε σαν η πραγματικότητα να είχε αφομοιωθεί μέσα στον χρόνο κι άφηνε μόνο τον λεκέ της, να την πονάει ανασταλτικά.
-Σ’ ευχαριστώ, μητέρα!, ψιθύρισε τρυφερά, μ’ ευγνωμοσύνη. Σ’ ευχαριστώ!
Τα μάτια της, ήταν ακόμα κόκκινα και την έτσουζαν, σαν άκουσε την εξώπορτα. Η καρδιά της χτύπησε περίεργα. Κι όμως τον περίμενε. Ο άντρας της, μπήκε απορημένος.
-Γιατί κάθεσαι στα σκοτάδια; Κι έχεις με την βροχή και τις πόρτες ανοιχτές.
-Τώρα σκοτείνιασε. Ήθελα να βλέπω τις μαργαρίτες...
-Από τότε που πέθανε η μητέρα σου, το σπίτι έχει κιτρινίσει από τις μαργαρίτες.
-Ήταν η αδυναμία της.
Έριξε το βλέμμα του τριγύρω. Κατσούφιασε.
-Μα καλά, δεν μάζεψες τίποτα; Γι’ αυτό δεν ήρθες; Πότε θα ξεκαθαρίσεις την παλιατζούρα. Σε δυο βδομάδες έρχεται η μπουλντόζα.
-…Θα μαζευτεί...
-Άντε τώρα, νύχτωσε. Πάμε να φύγουμε. Αύριο πάλι.
-Ναι! Αύριο...!
Πήρε μια βαθειά ανάσα. Έριξε γύρω της μια τελευταία ματιά. Το βλέμμα της υγρό, χάιδεψε τα πράγματα, το σπίτι. Σε λίγο, θα έμενε μόνο η ανάμνησή τους. Σαν τον άνθρωπο...
-Άντε πάμε, της ξανάπε.
Ακολούθησε αργά τον άντρα της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Στην αυλή, η μυρουδιά από την ποτισμένη γη της έφερε ένα γνώριμο αίσθημα γαλήνης. Στάθηκε κι έκοψε μια μαργαρίτα. Μέσα σ’ αυτήν, ήξερε. Είχε κλειστεί η ψυχή της.

13 - Παναγιωσούλης Γαβριήλ, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 13


***


***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Παναγιωσούλης Γαβριήλ, ΗΠΑ
Ο Γαβριήλ Παναγιωσούλης γεννήθηκε στην Πύλαρο Κεφαλλονιάς, το 1933, μεγάλωσε στην κοινωνία της παγκοσ-μιότητας, γυρνώντας σα ναυτικός όλο τον κόσμο. Σήμερα ζει με την οικογένειά του στην Νέα Υόρκη από όπου μετα-νάστευαν από την Γουατεμάλα, όπου ζούσαν. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την Ένωση Ελλήνων Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων. Έχει πάρει μέρος με γραπτά του στις προηγούμενες Ανθολογίες της ΕΕΛΣΠΗ, επίσης έχει εκδώσει και αρκετά βιβλία, δυο από αυτά στην Αθήνα.
panagiosoulis@gmail.com
Γαβριήλ Παναγιωσούλης 2718 Gifford Ave. Bronx, New York 10465

Ο Φοίνικας
Όχι άνθρωπέ μου, όχι δεν μας ενδιαφέρουν τα βιβλία σου, οι ατομικές ιστορίες σου. 'Ολοι μας έχουμε ο καθένας τις δικές του! Άντε λοιπόν να γράψεις καμιά νουβέλα, να δακρύσει κάνα γυναικείο μάτι, να τις πουλήσεις βρε αδερφέ, να κάνεις και χαρτζιλίκι, Νέα Υόρκη είναι αυτή.
-Μα κυρία μου…, εγώ δεν γράφω ατομικές ιστορίες. Απλώς παρατηρώ την ανθρώπινη συμπεριφορά. Μετρώ τα φτερουγίσματα της μύγας πριν πιθώσει τ’ αυγά της σ’ ένα ώριμο σύκο. Ακολουθώ το μονοπάτι των μερμηγκιών, παρατηρώ τα κομμένα φύλλα, σκοτώνω την μοναξιά μου με το να ονειρεύομαι, αναζητώ αυτό που ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει. Ένα ξεφύλλισμα μαργαρίτας, μια κόκκινη παπαρούνα, ένα μπουμπούκι που ανοίγει, μια μυρωδιά καμένου ξύλου, ένα καπνό από καπνοδόχο. Όχι, δεν πρόκειται να εκλεχθεί πάπας αλλά ένα φαγητό από παδέλα με σπιτίσια γεύση. Μια τσίγκινη σκεπή που ν’ ακούγεται η βροχή, εκεί όπου υπάρχει ένας κρυφός πόθος, μια ματιά, έναν άγγελο κάτω στη γη. Μα κι αυτή η μοναξιά πόσο με απομονώνει, θεέ μου, τόσο ακατανόητος είμαι;
-Αν το χαρτί είχε ψυχή θα ήταν μουσκεμένο, αλλά αυτό με γνωρίζει αγαντάρει ό,τι και να του βάλω, πάλι, δεν ξέρω, λέ-τε να έχει ψυχή;
Μετά, μοιάζει με καθρέφτη, ένα χαρτί που πάνω του καθρεφτίζεσαι. Όχι! Οι άλλοι δεν το βλέπουν αλλά εσύ το κοιτάς και αναγνωρίζεις τον άνθρωπο ο οποίος είναι ο εαυτός σου, φτάνει πια, το πρωτότυπο έγινε ατομικό. Το ξέσπασμα της μοναξιάς μου κουρελιασμένο, τυλιγμένο σε μια κόλα χαρτί. Θεέ μου, οι τόσοι και τόσοι άνθρωποι που κάναμε παρέα, οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, χάθηκαν, φύγανε, η τσίγκινη σκεπή ερήμωσε, συνεπαίρνοντας και τους αγγέλους, κι εγώ κάθε στιγμή αισθάνομαι τους αόρατους ανθρώπους, που μόνο στην φαντασία μου έχουν μείνει, παρέα με αυτούς σαν φοίνικας ξανάρχομαι στη ζωή και τότε μαζευόμαστε πολλοί.
- Όχι, επιμένω, όχι! Μόνο η πένα και το χέρι που την κινεί είναι ατομικά. Τα γεννοβολήματά της, μαζικά, πρωτότυπα, ανθρώπινα, παγκόσμια, είναι αυτά που μένουν όταν εμείς θα έχουμε φύγει…
Ένας σταθμός, στο Πουθενά
Το τραίνο σφύριζε ένα συρτό ουρλιαχτό, η ατμομηχανή ξέρναγε καπνό, κόκκοι μαύρης κάπνας αιωρούνταν στον αέρα και κόλλαγαν στα ιδρωμένα πρόσωπα των ανθρώπων αυτών που ταξίδευαν. Άνθρωποι του λαού, με μπογαλάκια στην πλάτη τους, με δίχτυα από τροπικά φρούτα, με μπανάνες, με κοτόπουλα δεμένα από τα πόδια, άλλα σε κλουβιά, τα οποία έσκουζαν λες και τους έβανες το μαχαίρι στο λαιμό, όλοι αυτοί πήγαιναν για την πρωτεύουσα, ή τους ενδιάμεσους σταθμούς. Ο χώρος στο δάπεδο του βαγονιού ήταν γεμάτος από τα συμπράγκαλα αυτά, που ανάμεσά τους πηδούσαν
γυναίκες πουλώντας μαύρο καφέ με ζάχαρη ή ζεστό κακάο. Οι επιβάτισσες γυναίκες είχαν δεμένα με φασκιές στην πλάτη τα μωρά τους, όταν καθόταν, αν υπήρχε κάθισμα, τα έφερναν μπροστά στο στήθος τους, άνοιγαν την σχισμή της μπλούζας τους και τα βύζαιναν, ώστε να σταματήσουν το κλάμα. Οι άντρες με τα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα τους έκρυβαν το λιγοστό φως που υπήρχε στο βαγόνι. Ακουγόταν ο ρυθμικός χτύπος της ατμομηχανής και από τα παράθυρα φαινόταν ο ασπρόμαυρος καπνός που έτρεχε κι αυτός αντίθετα από το τραίνο.
Καθισμένος στριμωγμένος σ’ ένα ξύλινο παγκάκι ονειρευόμουν τον εαυτό μου πρωταγωνιστή καουμπόικης ταινίας του περασμένου αιώνα και όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες μου κομπάρσοι· ήμουν ο πρωταγωνιστής, και περιέργως αισθανόμουν ευτυχισμένος. Το άγνωστο, το απρόοπτο μ' ενθουσίαζε, καθώς οι συνεπιβάτες μου με κοίταζαν περίεργα, έβλεπα τον εαυτό μου να ξεχωρίζει, ίσως να με θεωρούσαν κανένα ιεροκήρυκα Ευαγγελιστή, από αυτούς που αφθονούν σε αυτά τα μέρη, οι οποίοι πασχίζουν να σώσουν τις ψυχές των ιθαγενών ή ας πούμε κανένα ανθρωπολόγο, που ψάχνει να βρει στάχτες και κόκκαλα. Κανείς δεν ήξερε ότι ο προορισμός μου ήταν ένας σταθμός στην τροπική ζούγκλα, στο μέσον του πουθενά.
Εκεί με περίμενε η Ούλντα για να ζήσουμε μακριά από το μίασμα του πολιτισμού μας, όπως οι πρωτόπλαστοι. Ήταν αυτή η απλότητα, αυτή η ελευθερία σώματος και νου, να τα κουμαντάρεις όπως εσύ θέλεις, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς την έγνοια του αύριο, αλλά να ζεις μόνο για το σήμερα, ήταν αυτό που με ενθουσίαζε. Ήταν μια καινούργια ζωή, έτσι όπως την έπλασε ο πλάστης, κάτι σαν τον κήπο της ΕΔΕΜ χωρίς τον απαγορευμένο καρπό, μα και χωρίς το φίδι. Τα μόνα που ήταν οι νυχτερίδες τη νύχτα πετούσαν γύρω μας, λες και ήταν ψυχές, μετά τα όρνεα αυτά τα πουλιά έκαναν κάθετες εφορμήσεις σε οτιδήποτε κινούταν κι ένας γείτονας, οπαδός μιας θρησκευτικής αίρεσης, μας έφερε πεσκέσι κρέας από αγριογούρουνο που είχε σκοτώσει. Α! Ναι, υπήρχαν και ιγκουάνα, αυτά τα άκακα ζώα. Οι ντόπιοι μας κάλεσαν σε τραπέζι, την φάγαμε κοκκινιστή με 'ατσιότε', κάτι σαν πάπρικα.
Μετά τα ψάρια της λίμνης, άφθονα, σκάβαμε στις ρί-ζες από μπανανιές βγάζαμε σκουληκάκια για δόλωμα, όσα ψάρια μας περίσσευαν τα κάναμε λιαστά με αλάτι. Για νερό αποβραδίς ανοίγαμε έναν λάκκο, τον σκεπάζαμε με φύλλα μπανανιάς, το πρωί ήταν γεμάτος γάργαρο τρεχούμενο νερό.
Τις νύχτες τ’ αστέρια μας έστελναν το φως τους σαν ουράνιες πυγολαμπίδες κι εγώ έβλεπα τον κόσμο μου στις θάλασσες των ματιών της. Ο ήλιος στην αρχή της ημέρας μας θώπευε, μετά μας τσουρούφλιζε, οι φυλλωσιές των δένδρων μας προστάτευαν, τα ρυάκια μας δρόσιζαν. Οι σταγόνες της βροχής χάραζαν στα μάγουλά μας την υπογραφή μιας παντοτινής αφοσίωσης.
Η φωλιά μας ήταν ο παράδεισός μας. Αυτή η πράσινη ευτυχία είχε γεμίσει τις καρδιές μας. Πόσο καιρό κράτησε μα μόνο τρεις μήνες, μετά αποζήτησα τον πολιτισμό, την μολυσμένη ατμόσφαιρα, την ηχορύπανση, τον ηλεκτρισμό, τους ανθρώπους, τα πάθη τους.

Ο Α ρ ι θ μ ό ς

Περπατώντας την ανηφόρα της ζωής μου, κάποια στιγμή σταμάτησα ν’ ανασάνω. Ο κόσμος βάδιζε δίπλα μου αδιάφορος, τα λεωφορεία γεμάτα κόσμο έμοιαζαν σαν τεράστιες κινούμενες κιβωτοί, περνούσαν πολύ κοντά μου, σχεδόν με άγγιζαν, τ’ αυτοκίνητα κορνάριζαν, κι εγώ σαν αποβλακωμένος άνοιγα το στόμα μου να πάρω μια πιο βαθιά
ανάσα, να γεμίσω τα πνευμόνια μου με αέρα από βρώμικες αναπνοές ανακατωμένες με καυσαέριο, για να μπορώ να συνεχίσω το περπάτημά μου. Ο εαυτός μου πήγαινε για μπάρκο στα γραφεία της κάτω πόλης της Νέας Υόρκης. Είχε βγει φήμη στην πιάτσα των ξέμπαρκων στον 47ο δρόμο, ότι ένα βαπόρι έκανε πλήρωμα. Είχα πάρει την διεύθυνση εκεί κάπου στο Broadway.
Ο υπόγειος γεμάτος ανθρώπους, ο κόσμος πολύς...με συνεπαίρνουν με σπρώχνουν, ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα μέσα. Οι πόρτες κλείνουν, χέρια σηκωμένα κρατώντας τις χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά χοντρά, αδύνατα σαρδελοποιημένα. Ανοίγει η πόρτα με σπρώχνουν έξω, αναπνέω την δροσιά του ποταμού, παίρνω θάρρος, πατώ το χρυσό κουμπί στον ανελκυστήρα. Να τα εφοπλιστικά γραφεία! Μπαίνω λαχανιασμένος:
-Ζητώ δουλειά! Άκουσα ότι ζητάτε πλήρωμα, θαλαμηπόλο. Λοιπόν, εδώ είμαι, είπα.
Ούτε ρώτησα μισθό συνήθως σου έλεγαν συλλογική σύμβαση... ούτε τη σημαία του πλοίου, μου είπαν. Το όνομα του Βαποριού, Εβυσίνθια, του Μαρκεσίνη, Κεφαλλονίτικο, ούτε αν ήταν στο Ν. Α. Τ. Αυτό που ήθελα ήταν δουλειά.
-Ναι βεβαίως χρειαζόμαστε πλήρωμα. Αλλά με κοίταξε έτσι κάπως παράξενα, θα με είδε μικροκαμωμένο, αδύνατο, μπακανιάρη σκέφτηκα. Αλλά, μου λένε στο γραφείο:
-Πρέπει να μπαρκάρεις υπό δοκιμή κι αν αρέσεις του καπετάνιου τότε θα σε βάλει Chief Steward,
-Ε! όχι κι έτσι είπα, δεν γίνεται. 'Εφυγα και γύρισα στο ξενοδοχείο.
Ο χρόνος των 29 ημερών άδειας παραμονής με πίεζε, έψαχνα για διέξοδο. Βλέπω στη σημερινή εποχή στις γωνίες των δρόμων της Νέας Υόρκης, και ειδικώς έξω από τις μάντρες οικοδομικών υλικών τους λαθραίους, ως επί το πλείστων Μεξικάνους, να σε κοιτούν στα μάτια και να σε ρωτούν αν χρειάζεσαι εργάτες. Όχι, δεν σου ζητούν ασφάλεια ούτε
την ανύπαρκτη ασφάλεια ασθενείας ή δικαιώματα σωματείου. Απλώς ένα μεροκάματο. Θυμήθηκα μπουλούκια από εμάς ναυτικούς που κατεβαίναμε στα γραφεία της κάτω πόλης του Μανχάταν, μπαίναμε και ρωτούσαμε, we are looking for employment! Και όχι μόνο στα ελληνικά εφοπλιστικά αλλά και στα ξένα, συνήθως ολλανδικά ή σκανδιναβικά και πειρατικά, όχι σε αμερικάνικα γιατί αυτά είχαν σωματείο!
Η Νέα Υόρκη ήταν πόρτο-μαρίνα δεκαετίες του 1950-60 κι εμάς, σαν ανεπιθύμητους, μας κυνηγούσε και η μεταναστευτική υπηρεσία. Έτσι έζησα πολλά χρόνια, τα οποία έχουν αφήσει ίχνη πεζοδρομίου που δεν μου επιτρέπεται να τα ρίξω στη λήθη του παρελθόντος. Είναι το δικό μου πανεπιστήμιο. Τότε χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παίρνοντας ως παράδειγμα την τότε ζωή, βλέπω ότι τότε είμαστε εμείς, οι λαθραίοι, οι ζητιάνοι, σήμερα είναι οι λατινοαμερικάνοι, αύριο κάποια άλλη φυλή, ο κύκλος της ζωής για να ολοκληρωθεί μια σε φέρνει από κάτω μια από πάνω.
Τα χρόνια πέρασαν· διαβήκανε· ο καθένας μας κάπου έβαλε ρίζες, άνθισε κλαριά, με κοπιαστική εργασία ήρθε μια αναγνώριση στην θετή πατρίδα. Επιτέλους έγινες ένας νόμιμος αριθμός.
Το κατεστημένο σε αναγνωρίζει μόνο με τον αριθμό σου. Εκεί πρόσθεσαν και τον δικό σου, σ’ ένα καζάνι όπου βράζει η αφομοίωση. Ό, τι και να έχεις περάσει στη χώρα που ζεις, ό, τι και να έχεις προσφέρει για την κοινωνία, δεν είσαι γι’ αυτούς παρά ένας αριθμός μ’ ελληνική προφορά, τόσο ελληνική που σε ξαναρωτούν για να σιγουρευτούν ότι είσαι ένας νόμιμος αριθμός, ένας αριθμός χαμένος μέσα σε τόσους άλλους, άγνωστους αριθμούς. Κι όταν πεθάνεις, πεθαίνει ένας αριθμός.


14 - Παπακωνσταντίνου -Τριγώνη Άσπα, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 14


***

***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Παπακωνσταντίνου -Τριγώνη Άσπα, ΗΠΑ

Η Άσπα Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς που κατάγονται από τη Λίμνη Πλαστήρα της Θεσσαλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές της έκανε στη Νέα Σμύρνη και στη συνέχεια στην Αμερική, όπου σπούδασε στο Κολέγιο του Southern Vermont στο Bennington. Στην Ελλάδα από τις Η.Π.Α. επέστρεψε μετά από 10 χρόνια, όπου εργάστηκε στην Αμερικάνικη Βάση της Νέας Μάκρης και στο Athens Laboratory of Business Administration (ALBA) στη Βουλιαγμένη. Το 2008 παντρεύτηκετον Δημήτριο Τριγώνη.
Ποίηση άρχισε να γράφει το 1995. Η συλλογή της «ΗΛΙΕ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ» είναι η πρώτη της ποιητική δημιουργία. Η συλλογή της, «ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΑΛΛΟΤΙΝΟ-Υ» είναι η δεύτερη ποιητική της δημιουργία. Ήδη ετοιμάζει τρίτη ποιητική συλλογή. Επαινετικές κριτικές των ποιημάτων της έχουν γράψει ο κ. Θάνος Αθανασόπουλος στο περιοδικό του «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ», ο Διευθυντής του περιοδικού «ΚΟΥΑΡΙΟΣ», κ. Νίκος Ανώγης, καθώς και οι Λογοτέχνες – Ποιητές, κ. Ηλέκτρα Σκριβάνου, ο κ. Αλέξανδρος Λεβαντής, Πρόεδρος της Εταιρίας «ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ» και ο κ. Βάιος Φασούλας, Πρόεδρος της «Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων (ΕΕΛΣΠΗ).
Ποιήματά της έχουν βραβευθεί στην Αμερική. Το ποίημα της «Its Τimes Like These», «Είναι κάτι ώρες σαν και αυτές», έχει δημοσιευθεί σε ανθολογία στην Ινδία στο Tah Mahal Review. Το ποίημα της «I have a sun in my heart», «Έχω έναν ήλιο στην καρδιά», βραβεύθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αμερική στην Ανθολογία «SYMPHONIES OF WORDS».
Είναι φίλη μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και Μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.Ποιήματά της επίσης έχουν δημοσιευθεί στην ανθολογία «Λογοτεχνικές Δημιουργίες» της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, όπως και στα περιοδικά της Ένωσης και στο περιοδικό «ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ».
Μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της με ποιήματά της στα αγγλικά:
www.poets2000.com/poetry56. paptrigonis@gmail.com
Άσπα Παπακωνσταντίνου Διγενή Ακρίτα 41
171 24 Νέα Σμύρνη, Αθήνα,

Χρυσάφι στις καρδιές κρατάμε

Είμαστε εμείς οι ταπεινοί
που από λουλούδια αγκαλιές κρατάμε,
τον ήλιο το λαμπρό ζυγώνουμε
χρυσάφι στις καρδιές φοράμε.

Σου ήλιου το ξημέρωμα πηγαίνουμε
φαντάζει μπρος το σύννεφο ασημένιο,
τον ουρανό κοιτάζουμε
χρυσάφι φωτισμένο.

Εμάς δεν μας φοβίζει η βροχή
μήτε η παγωνιά κάθε χειμώνα,
στο βράχο πάμε ανθίζουμε
σαν μια μικρή ανεμώνα.

Είμαστε εμείς οι ποιητές
οι απόμακροι του κόσμου,
και στο Θεό κάνουμε προσευχή
έμπνευση, λέμε, μόνο δως μου.

Τα χρόνια που φύγανε

Τα χρόνια που φύγανε
της νιότης μου τα πρώτα,
αχ! Πως θα 'θελα να ερχόντουσαν
ξανά καθώς και τότε!

Τα ρόδα του Απριλιού
να ανθίζανε ξανά,
κι οι κτύποι οι άδολοι
να παίζαν στην καρδιά.

Τα κρίνα να ανθίζανε
μπρος στην δική μου την αυλή,
αχ! Και τις βιολέτες να 'κοβα
σαν τότε, που 'μουνα παιδί.

Να έπαιζα με τους φίλους μου τους παιδικούς.
κι εκεί στις ανθισμένες μας αυλές,
να θυμόμουν τους παλιούς καλούς καιρούς!
Κι ήσαν όλα τότε φτωχικά,

Σπίτια μικρά και χαμηλά,
κι οι γειτονιές απλές
κατάφορτες μ’ αμυγδαλιές!
Στης καρδιάς το ανθοκήπι.

Στης καρδιάς μου τ’ ανθοκήπι
μια φορά να ’μαι κι εγώ!
Σαν απόδιωξα τη λύπη,
ήλιο ολόχρυσο να δω.

Κι ήρθε η Μούσα μου, αγνή κι ωραία!
μέσα σε τρελή χαρά.
Άνοιξη μοσχοβολούσε,
Φώλιασε άνθος στην καρδιά!

Μου άπλωσε η σεπτή το χέρι,
φλόγα ανάβει ξαφνικά
και του πόθου τα όνειρά μου
γίνανε πραγματικά.

Και πετώ πάνω στα ύψη
στις ουράνιες γειτονιές,
να μαζεύω όλα τα πλούτη
από στίχους και στροφές.

Στην ξενιτιά

Στην ξενιτιά αν βρεθείς,
δε θα 'βρεις μαργαρίτες,
μήτε τον ήλιο να γελά,
μόνο κάκτους, μηδέ σπουργίτες.

Δε θα 'βρεις Μάνα
να σε σφιχταγκαλιάσει,
ούτε αδερφό να σου μιλεί,
η νύχτα σαν θα φθάσει.

Θα 'σαι μονάχος, ορφανός,
χωρίς τις χάρες της πατρίδας,
δε θα 'χει αστέρια ο ουρανός
μήτε το φως μιας ηλιαχτίδας.

Στου νου μου το ναό

Στου νου μου μέσα το ναό,
όπου κανείς δεν βλέπει,
έχω την Παναγιά και το Χριστό
του ουρανού χρυσή μου σκέπη.

Έχω αναμμένα τόσα καντήλια,
η φύση αδιάβατη με κυνηγά,
χρυσές εικόνες από Αγίους
και όλα μέσα μου ιερά.

Στου νου μου μέσα το ναό
του χρόνου οι αναμνήσεις,
μπροστά μου έρχονται κυλούν
ατέλειωτες των ήλιων οι δύσεις.

Ποτέ δεν σταματούν
με τους ανέμους δέρνονται,
εμπρός μου στήνουνε χορό
στου νου μου μέσα το ναό.

Στου νου μου μέσα το ναό
βλέμματα ελπίδας κυματίζουν,
κι έχω τον ίδιο το Θεό

λυχνάρι ακοίμητο στον ουρανό.

***

16 - Μπούρα-Μπούτου Σεβαστή, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 16


***

***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***

Μπούρα-Μπούτου Σεβαστή, ΗΠΑ

Η Σεβαστή Μπούρα-Μπούτου με το φιλολογικό ψευδώνυμο Λενιώ, γεννήθηκε στα Μελίσσια Αθηνών. Σπούδασε Κτηνίατρος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (νυν Μακεδονίας), και Επιδημιολογία στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Αθηνών. Εργάσθηκε σαν Κτηνίατρος για 13 χρόνια στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, τα Μελίσσια Αθηνών. Το 1988 μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Αμερική σπούδασε απλά και εφαρμοσμένα Μαθηματικά. Εργάσθηκε για 10 χρόνια στην Ακαδημαϊκή Τεχνολογία τού Πανεπιστημίου Κολούμπια τής Νέας Υόρκης. Από τον Ιανουάριο του 2010 εργάζεται σαν βοηθός στην Ακαδημαϊκή Τεχνολογία τού Δημοσίου Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης. Παράλληλα παρακολουθεί εργαστηριακά μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών του ίδιου πανεπιστημίου. Επίσης παρακολουθεί ιδιαίτερα μαθήματα Παστέλ στην Αμερικανική Ένωση Πάστελιστς με την γνωστή εικαστικό Τζάνετ Κουκ. Η Σέβη έχει αναγνωρισθεί επίσημα πάστελιστ, από τους κριτικούς της ίδιας ένωσης.
Η ποίηση άγγιξε την ψυχή της, όταν το 2000 διαγνώσθηκε με δεύτερο στάδιο επιθετικού καρκίνου, με πιθανότητα επιβίωσης σαράντα τις εκατό για τα επόμενα πέντε χρόνια. Τότε άρχισε να γράφει, μετουσιώνοντας την ελάχιστη ζωή που της έδιναν σε αιώνια ζωή, μέσα από την ποίηση. Σύμφωνα με τον θεράποντα ιατρό της στην ΝΥ, ένας από τους πιο σοβαρούς παράγοντες που επέζησε ήταν η ενασχόλησή της με την ποίηση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε γνωστά ελληνικά έντυπα, όπως «Πειραϊκά Γράμματα», «Ελληνόραμα» και «Αιγιναία». Η πρώτη της ποιητική συλλογή, Οι Δύο Πατρίδες μου, που φωνητικά αποσπάσματα της ευρίσκονται στο διαδίκτυο, αναπήδησαν από την αγάπη της για την γενέτειρά της Ελλάδα και την βιωματική της πορεία στην ιδιαίτερη πατρίδα της.
Όνειρό της είναι να εκδώσει τα εικαστικά έργα της σε συνδυασμό με την ποίηση. Ελπίζει σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και λέξεις που θα αποτυπώνουν την αλήθεια . Θα ήταν παράλειψη αν δεν ομολογήσει την σημασία που έχει στη ζωή της η θυγατέρα της Αικατερίνη που δίνει μάχες για την νοσηλεία και θεραπεία ανθρώπων με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Εργογραφία:
Ποιητικές Συλλογές: Οι Δύο Πατρίδες μου, Αθήναι (2005)
Υπό έκδοση: Ταξιδεύοντας Μόνη, Ο Έρωτας ένα Νησί, Αίγινα Γυρίζω Συχνά σε Σένα.
Συγγραφικό Έργο: Η Μεγάλη Εξομολόγηση και Ασυμβίβαστοι Κόσμοι
Ανθολόγιση: 2004, 3η Ανθολογία ΕΕΛΣΠΗ, παγκόσμια ένωση Ελλήνων ποιητών Διασποράς
Pomegranate Seeds: Ανθολογία Ελληνοαμερικανών ποιητών, εκδοθείσα από τον ποιητή Ντιν Κόστος.
seviboutos@gmail.com
Sevasti Boutos 25 53 34 Str apt 14 Astoria NY 11103 USA 208 ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΣΥΓΓΡAΦΕΩΝ ΠΕΝΤΕ ΗΠΕΙΡΩΝ

Πέρασαν χρόνια
Για να πω κι εγώ κάτι
Δια-δώστε το

Απλά σε τούτη τη δίνη τής ζωής, το να βρίσκουμε χρόνο να μιλάμε για ποίηση, είναι πολυτέλεια. Όμως πάλι, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στη ποίηση, που είναι έμπνευση από την ίδια την ύλη που μας περιβάλλει, όπως η φύση, οι σεισμοί, οι κατεστραμμένοι αστυνομικοί φάκελοι, τα παλιά κελιά, ακόμη και τα όπλα μαζικής καταστροφής, (ποίηση απελπισιάς), να μην αποδίδεται ο σχηματισμός μέσα από την μυστηριώδη αντίληψη των πραγμάτων. Τελικά θα μου πείτε, ότι ο κόσμος των ιδεών είναι αυτός που κυριαρχεί και μια διάθεση να εξιδανικεύουμε τα πράγματα. Βοηθήστε με σας παρακαλώ να αφήσω τον εαυτό μου να φθάσει ειρηνικά στο σώμα που εμπεριέχει η ποίηση. Δεν γνωριστήκαμε τυχαία νομίζω εμείς όλοι εδώ. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο λέξεις. Πού να τις βάλω δεν ξέρω. Σκέπτομαι να τις αφήσω και να πάω προς βοήθεια των ανθρώπων, εκεί που ο κόσμος δεν γνωρίζει γλώσσες να διαβάσει ποίηση, δεν έχει σχολεία, αλλά έχει ανάγκη λίγης τρυφερής φροντίδας, όπως φάρμακα και τροφή.

Ο αιώνας μας έχει ψωμί για όλους
μας λένε κάποιοι.
Έχει και δρόμους που δεν τους διαβαίνουν
πια εργάτες και παιδιά.
Στις νουβέλες μας ζούμε και
πεθαίνουμε δυστυχισμένοι.
Οι αγρότες μας δεν ιππεύουν άλογα
ούτε περπατούν.
Η ανατολή δεν βγαίνει στο ποτάμι
Το 'χουν μπαζώσει.
Αγαπητέ μου, δεν μας σώζ’ η ποίηση
ούτε οι τράπεζες.
Στον αιώνα μας οι θρησκόληπτοι
πάνε στο παράδεισο.
Κι οι κολασμένοι τρέχουν στους εξορκιστές
να λυτρωθούν.
H φωτιά της γης μουγκρίζει
όπως γεννούν οι κατσίκες μας.
Οι δανειστές μας γράφουν την ιστορία
κι όχι ο λαός. Τι περιμένεις;
Ο Θησέας πέθανε, μα ο Μινώταυρος ζει.
Ω! Ηρακλείδες. Ζουν οι παραμυθάδες.
Περάστε μπροστά!
Βλέμμα ζητιάνου,
Δίψα του οδοιπόρου
Κτύποι της καρδιάς
Γράμμα δικό σου
Ήχος του τηλεφώνου
Τέλος μιας βραδιάς.
Ύστερα μόνη. Μάννα! κρυώνω πολύ.
Καρφιά στο σώμα, τρύπα στο στήθος
Θάνατος ο έρωτας, πίκρα το φιλί.
Τόση αγάπη δεν πάει στα μεγέθη
αλλά στη ζωή. Ε! Κυρά ζωή
Δεν έχω χαλινάρι. Κράτα με εσύ.
Τα βήματά μας βία της ιστορίας,
τρόμος των ζώων. Προορισμός μας
το μέλλον των παιδιών μας
κι ο Παράδεισος. Ελευθερία μόνο στα λεξικά μας.
Όραμα μηδέν.
Αντιπρόσωποι, διπλωμάτες
Παπάδες και θεραπευτές.
Αποτέλεσμα: κόλαση μέσ’ στο χάος
Δεν ζεις αν δεν θες. Πιάσαμε πάτο.
Αμαρτίες απ’ το χθες
Σώσε μας τώρα Θεέ!

Πολυκαταστήματα (ΜΟΛΣ)

Ρούχα ακριβά
παπούτσια σε όλες τις τιμές
κλάματα παιδιών, κλέφτες πορτοφολιών.
Μασάζ από δέκα λεπτά και πάνω,
κλόουν, μαγικά χαλιά,
μυστικά στο αυτί: « Δεν έχουμε άλλα λεφτά!!»
ΤΑΜΠΕΛΛΕΣ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ: το κάπνισμα, τα τυχερά παιχνίδια
εκτός από τα ερωτικά.
ΤΜΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΕΙΔΩΝ: καλλυντικά , σκιές,
περούκες, κρέμες χωρίς ζάχαρη,
δίαιτες χωρίς προφιτερόλ.
ΟΝΕΙΡΑ ΧΑΜΕΝΑ; οικονομική κρίση, διπλή αυτή τη φορά στο γειτονικό ΨΙΛΙΚΑΤΖΙΔΙΚΟ.

Στον μάχιμο φαντάρο

Γύρισαν εψές πολλοί σημαδεμένοι , μα εσύ δεν ήσουν εκεί.
Εσύ αετέ που πέταξες μακριά
σε ξένη γη που δεν την έλεγαν Εσπεριδομαρία ή Ελένη ,
αλλά Κουβέϊτ, Ιράκ και Αφγανιστάν.
Σαν τους Αχαιούς τ’ άφησες όλα πίσω για μια ιδέα.
Η πληρωμή σου ήταν, είναι και θα ’ναι με επιταγή.
Ποιος σαν πολεμά σκέφτεται τ’ αργύρια κι είναι νικητής;

Οι άνθρωποι, ξέρεις, είναι σαν τα δάκρυα.
Γεμίζουν τα μάτια όσο συγκινείσαι.
Όμως οι άνθρωποι είναι και σαν τις σκιές.
Εξαφανίζονται όταν δουν πως δεν υπάρχει λόγος να ζουν
με το συναίσθημα.
Είναι κάποια οριακά σημεία που κάνουν τον άνθρωπο
να επικοινωνεί.
Φοβάμαι τη στιγμή που φθάνει κάποιος στο τέρμα λέγοντας: «Τέρμα πια, μέχρι εδώ!»
Ενώ οι άλλοι νόμιζαν ότι θα τερμάτιζαν μαζί του.


Ήσουν η τύχη που βρήκε
το ναυάγιο στο λιμανάκι.
Το μόνο χαρτί που δεν βράχηκε ποτέ
γιατί το κρατώ.
Ήλθες στην ώρα που γινόταν πόλεμος
μέσ’ στην καρδιά μου.
Πρώτη στη μάχη μάχομαι και
το σπαθί σου το προσέχω κι αυτό.
Είσ’ ο μεσιανός που μια μέρα
στο σπίτι μας θα γυρίσει.
Χρόνια τώρα μιλώ στο ρούχο
που άφησες στη φωτιά για να ζω.

Ανεργία

Παγερός ο χειμώνας τούτη τη φορά
χωρίς ελπίδα και εισόδημα, με Δέλτα Νι Ταυ.
Ανεργία υψηλή, χρεωκοπία στον ορίζοντα στυγνή.
Οι πόλεις άδειες τις βραδιές συρρικνωμένες.
Ακρίβυναν τσιγάρα, σπίρτα κι αλκοόλ.
Κι εκείνος ο καφές στα Στάρμπαξ, ακόμα πιο ακριβός.
Κρύες κάμαρες θανάτωσαν μια γενιά και τ’ όνειρό της
που λέγεται στην Εσπερία, Αμερικανικό, που δεν ήταν ποτέ δικό της.

Αφιερωμένο στην αείμνηστη ποιήτρια και συγγραφέα Ρεγγίνα Παγουλάτου, υφάντρα τού γραπτού λόγου. Ήταν φίλη τού Γιάννη Ρίτσου και του Νικηφόρου Βρεττάκου. Εξορίσθηκε στα ξερονήσια γιατί τα έλεγε σε μια εποχή στην Ελλάδα που απαγορευόταν να έχεις φωνή.

Ρεγγίνα μου γεια! Στην σιωπή σου μιλώ.
Τρέμουν τα λόγια γεννήτρα Λόγου, υφάντρα παλιάς γραφής γαλανής ψυχής.
Λαξεμένη μου! Κόπιασες πολύ στη γη.
Άφησες δάκρυ. Έγινες λάβα.
Πώς να σου πω αντίο; Μου ’ρχεται στυφό.
Χίμηξες θεριό εκεί που άλλοι τρέμουν. Αντάρτισσά μου!
Φυλλόδενδρό μου, καμάρι επίγειο! Άνοιξες φτερά.
Φυλακίσθηκες γιατί τους τα έλεγες. Τα σύκα - σύκα!
Τι να θυμηθείς; Ό, τι και να σου πούμε θα είναι λίγο.
Γι’ αυτό σταματώ σαν το αυτοκίνητο χωρίς οδηγό.

Το παιδί μου

Σαν δεντρί ακριβό μεγαλώνεις
φυλλαράκια γυναίκας απλώνεις.
Αγωνίες και όνειρα χίλια
στην καρδιά μου ριζώνεις.
Φωτεινές και γεμάτες οι μέρες
με την φλόγα σου φεύγουν μαζί.
Οι αχτίδες του ήλιου μωρό μου είσαι εσύ,
είσαι εσύ, είσαι εσύ.
Στην ψυχή μου θα είσαι για πάντα
το μικρό μου δελφίνι, το μικρό μου παιδί.

Στη μνήμη της Ίγκερ Κρίστενσεν

Όταν γεννάς παιδί φοβάσαι τον πόλεμο
Σε όλη τη ζωή φοβάσαι και τον καλό Θεό.
Μα πιο πολύ φοβάσαι την εξουσία,
δηλώνοντας υπακοή.
Όμως έναν Μάη στη Γαλλία
κι ένα πικρό Νοέμβρη αλλού
κάποια παιδιά πέθαναν βίαια για την ελευθερία.
Εικοστός πρώτος αιώνας: Ακόμη πεθαίνουν παιδιά
από πείνα, Έϊτζ κι άθλια ζωή.
Όταν ανθίζουν τα τριαντάφυλλα αλλάζει κάτι;
Όταν καίγονται τα σπαρτά από το χιόνι;
Συχνά λέμε: όλα να γίνουν στάχτη
εκτός από τα υπάρχοντά μας
και το δικό μας βλαστάρι, το δικό μας παιδί.
Κάποιοι άνθρωποι φοβούνται τα ζώα.
Όμως τρώνε τα ζώα. Τα δυστυχισμένα ζώα
φοβούνται κι αυτά τον άνθρωπο.
Όσο για τα φυτά και ταλαιπωρημένα πυκνά δάση
τρέμουν κι αυτά τον άνθρωπο.
Δεν άφησε τίποτε όρθιο
η τελευταία εμπρηστική πυρκαγιά.
Τι άλλο φοβόμαστε; Τη διοξίνη.
Δεν κάνουμε όμως τίποτε για να μην παραχθεί.
Φοβόμαστε ακόμη τους σεισμούς,
τις αράχνες στα όνειρά μας,
καθώς και τους δαιμόνους
για άλλους τα δαιμόνια.
Φοβόμαστε το μέλλον, γηρατειά με την αμνησία τους.
Τι αστείο; Αντί να φοβόμαστε την παρακμή του πολιτισμού μας, φοβόμαστε το ανθρώπινο δέρμα.
Όσο για τις γυναίκες, φοβούνται τις ρυτίδες

πιο πολύ από την ηλικία τους. 

22 - Τριγώνης Δημήτριος, ΗΠΑ - Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. 22


***


***
Βιβλιοπαρουσίαση: 5η Ανθολογία - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων - Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η.
Έτος ιδρύσεως 2002 - Έδρα: Furth Γερμανία

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
Αθήνα, Ιούλιος 2017
***
Τριγώνης Δημήτριος, ΗΠΑ

Ο Δημήτριος Τριγώνης γεννήθηκε στν νσο Σκόπελο τν Βορείων Σποράδων. Μεγάλωσε στν Κορυδαλλό, προάστειον τοΠειραις, που μεινε μέχρι λικίας σχεδν εκοσι χρόνων. Κατόπιν μετανάστευσε στν μερικὴ ὅπου γνώρισε τν μέλλουσα σύζυγόν του Εφροσύνη. Μεττν γάμο τους καναν τσπιτικό τους στΜπρίτζπορτ τονομοΚοννέκτικατ. πέκτησαν δύο γυιος, τν Σταμάτη κατν Στέλιο κατέσσαρα γγόνια σύζυγός του πεβίωσε τ2002.
θάνατος τς Εφροσύνης τν νέπνευσε νγράψποίησι σὲ ἐλεύθερο μέτρο. Τν νοιξι το2007 ξέδωσε μία νθολογία ποιημάτων μτν τίτλο «ΜοναξιΠικρή μου ρωμένη» φιερωμένη στν μνήμη της. πιθυμώντας νὰ ἀφίσκάποια πνευματικκληρονομιστπαιδικαὶ ἐγγόνια του καὶ ἐκ παραλλήλου νγεφυρώστρόπον τιντν διανοητικό τους κόσμο, μετέφρασε τβιβλίο του στν γγλική. Μεταξδιακοπν τ2010 ξέδωσε τδεύτερο βιβλίο του «γνς γάπης Τριλογία» μτρία μικρδιηγήματα «Ἡ Ὀμορφιά τς Αθωότητας» «Θρίαμβος τς γάπης» κα«Τὸ Ὀνειρο τς Παλινόστησης» πίσης μεταφρασμένα λα στν γγλική.
Μετπερισσότερο πμισαώνα ξενιτεις μακριὰ ἀπτν γαπημένη του πατρίδα λλάδα, παραμένει πιστς ραστς τς λατρευτς του λληνικς γλώσσης. ξακολουθενχρησιμοποιῆ ἕνα συνδοιασμδημοτικς κακαθαρευούσης μσχεδν λα τσημεα στίξεως, ποτοῦ ἐπιτρέπει τπολυτονικσύστημα στν πολογιστή.
Δημήτριος εναι μέλος τς ρθοδόξου κκλησίας γίας Τριάδος στΜπρίτζπορτ Κοννέκτικατ, που διαμένει μτν σύζυγό του σπα. Εναι μέλος τς χορωδίας, καθς καστν χορτν Ψαλτν. πίσης εναι μέλος τς χορωδίας νδρν ποὺ ἐκτελον νεο-βυζαντινμουσικκαπαλαινοσταλγικτραγούδια τς πατρδος καὶ ἀνήκει καστν λληνικΠολιτιστικΣύλλογο τς νορίας, καθς καστν νωσιν λλήνων Λογοτεχνν Συγγραφέων τν Πέντε πείρων, ΕΕΛΣΠΗ.
jimtry@optonline.net
46 Strand Street Bridgeport, CT. 06606 USA
Phone: (203) 374- 0725

στορία τοΜετανάστη

Τπαλι’κενα τχρόνια στν πατρίδα τν φτωχει
ζοσε κάποτε νας νέος μ’ ναν πόθο στν καρδιά.
θελε γινφροντίστν μητέρα τν φτωχή,
ποτν εχε φήσει χήρα τοπολέμου ἡ ὀργή.

θελε ν βοηθήσ κα τς δυό του δελφάδες, πο
πρεπε νπροικισθον νμπορον νπαντρευτον.
Μδν μπόραγε νκάντίποτα π’λα ατ
γιατστν φτωχειπατρίδα δν πρχε πιδουλειά.

Δακρυσμένος τότε φήνει τν πατρίδα τν γλυκει
γινπάνβρῆ ἄλλη τύχη μακρυστν ξενιτειά.
Μπαίνει ναύτης στκαράβια γύριζε στς ξενιτεις
γνώρισε πολλς πατρίδες καμεγάλες καμικρές.

Μὰ ἡ καρδιά του ταν πάντα στς γάπες τς παλιές,
στν γλυκειά του τν πατρίδα καστν μάνα
κι’ δελφές. Πγε στν απωνία, πέρασε π’ τν
Αστραλία, απ’τν Νέα Ζηλανδία κι’απ’τν Καληδονία.

φτασε στὴν Ὁλλανδία καστν κρύα Νορβηγία, 
μεινε στν Σουηδία, Ιταλία και Δανία, στΠαρίσι στὴ Γαλλία.
Πγε καστν φρικμὰ ὁ νος του ταν πάντα
στν καϋμένη του τν μάνα π’ γαποσε μστοργή.

Πγε σκαινούργια κράτη ποδν τα’ χε ξαναδε,
πέρασε ποτάμια, λίμνες, σχισε κεανούς, πέρασε
χαρς καλύπες καφουρτονες τρομερές,
μὰ ὁ νος του ταν πάντα στν μητέρα κι’δελφές

Γνώρισε πολλος νθρώπους Μαύρους,
Κίτρινους καὶ Ἄσπρους κααπ’ λες τς φυλὲς,
κουγε λόγια κι’ κφράσεις ποδν ταν νοητς,
κανε καινούργιους φίλους, φιλενάδες ρκετές.

Μὰ ὁ νος του ταν πάντα στν καϋμένη του τν μάνα
καστς δυό του δελφς πο’χε φήσει μοναχές.
τσι πέρναγαν τχρόνια καὶ ἡ μάνα του δόλια,
μτμάτια βουρκώμενα γύριζε μς στλιμάνια.

Κακυττοσε τκαράβια ποὺ ἐρχόνταν π’ τξένα
καονατες τν ρωτούσαν: «Γιατκλας καλκυρά»;
«Τπαιδμου περιμένω μοτπρε ξενιτει
καφοβμαι θπεθάνω κι’ ατθ’ναι μακρυά».

Μὰ ἐκενος κάθε τόσο μὲ ἀγάπη στν καρδι
γραφε πτξένα πάντα λόγια τρυφερά.
«Μστεναχωριέσαι μάνα, γπάντα σ’ γαπ
κι’ π’ τξένα θγυρίσω καποτδν σξεχν.

Λίγα χρόνια θέλω κόμα νμαζέψω
δυπεντάρες στσπιτάκι μας ν’ρθ,
μς στν αγκαλιά σου ν’μαι κακοντά σου πινζῶ.
Ναμάνα μου, θν’ρθω κατχέρι σου φιλ»!

Καὶ ἡ μάνα του φιλοσε τγραμμένα του ατ
ποτς διναν λπίδα κακουράγιο στν καρδιά.
σπου φτασε μιμέρα στν πλανεύτρα μερική,
ποπλανεύει ξένους νατες κατος κλέβει τν ψυχή.

Καχωρς ντσκεφθπήδηξε π’ τκαράβια
στν πανέμορφη ατχώρα στν Βαβυλωνία γ!
Πήδηξε π’ τκαράβια κι’ π’ τγαλαννερά,
κι’επε:«δθνστεριώσω πο’χουνε πολλλεφτά».

Θδουλεύω νύχτα μέρα καὶ ἄς βρίσκομαι στξένα,
θμπορνβοηθάω τν φτωχή μου τν μητέρα.
Καὶ ἐπίσης θφροντίζω κατς δυό μου δελφς
πο’ναι τώρα σ’ λικία γινκάνουμε παντρειές!

Θδουλεύω νύχτα μέρα καὶ ἄς βρίσκομαι στξένα,
μέχρι νὰ ὀρθοπλωρήσω καστν μάνα νγυρίσω».

Τὸ ὄνειρό του ταν πάντα ταν μάζευε ρκετά,
νξαναγυρίσπάλι στν πατρίδα τν γλυκειά!

Νβρμάνα κι’ δελφς καὶ ἀγάπες παλαις
νριζώσκεθε πίσω κανζονε μχαρές.
Μ’ λα αυτλοιπν στνοτου δούλευε πολσκληρ
μνες, χρόνια, σν σκλαβιά, μς στν μαύρη ξενιτειά.

Νμπορέσκάποια μέρα νγυρίση στν πατρίδα
στπαλιά του τλημέρια καστν μάνα τν γλυκειά.
Καποτέ του δν ξεχνοσε τοΘεοτν κκλησιά,
ποὺ ἦταν παρηγοριά του π’ τχρόνια τπαλιά.

Γιατπάντοτε θυμόταν τν μητέρα τν σεπτή,
ποτν εχε ναθρέψει μκαλδιαγωγή.
Τοῦ ἔλεγε: «Παιδμου πάντα που βρίσκεσαι καπς
τν γία κκλησία μποτντν ξεχνς»!

Κι’ ατς πάντοτε τηροσε τν παλιά της συμβουλ
κι’ τρεχε κερν’ νάψκανπμιπροσευχή!
Μὰ ἕνα βράδυ κουρασμένος π’ τν κρύα μοναξιά,
γύριζε στκαφενεα μήπως βρεμισυντροφιά.

ταν μιὰ ἀρχκακιξέχασε τν κκλησιά!
Γιαττώρα ξενυχτοσε λη νύχτα στχαρτιά!
Πρε να μονοπάτι ποεναι τόσο λισθηρό,
ποξεχνιέσαι π’ νθρώπους κι’ π’ τν διο τν Θεό!

Μγιτν καλή του τύχη συναντήθηκε μιμέρα
μμιὰ ὄμορφη κοπέλα, πέρα κεστν κκλησιά.
Τν γάπησε μέσως! Tν κύταξε στμάτια,
μτχέρι στν καρδιτς ζήτησε παντρειά!

                                                                               
τσι ταν τυχερπαντρευτήκανε μιμέρα,
κάνανε καδυπαιδιγύρισε στν κκλησιά.
Καμμάτια βουρκωμένα επε μπρς στν Παναγιά:
«Παναγισυγχώρησέ με χω σφάλματα πολλά.

Μιβοήθεια ζητάω, δσε μου καρδικουράγιο
ν’ ναθρέψω τπαιδιά μου σ’ ατὴ ἐδτν ξενιτειά.
Καμαζμτν κυρά μου νγυρίσουμε μιμέρα
στν πατρίδα την παλιστν μανούλα τν γλυκειά».

Κι’ τσι ματτν πόθο χαραγμένο στν καρδι
νύχτες μέρες, μνες, χρόνια, δούλευε πάντα σκληρά.
Κι’ λο εχε τν λπίδα φωλιασμένη στν ψυχή,
πίσω πάλι νγυρίσστν πατρίδα τν χρυσή.

Δν τεχε μως σκεφτεῖ ὅταν κανε παιδιά,
πόσο δύσκολο θὰ ἦταν νγυρίσστπαλιά.
καλκυρά του πάντα, σο κι’ ν τν γαποσε,
τομιλοσε λογικμέσα π’ τσωθικά.

«Πς μπορες νπάρης νδρα, τπαιδιά πίσω κε;
Εναι πρόβλημα μεγάλο δν τθέλει λογική.
δικιά τους πατρίδα εναι τώρα ἡ Ἀμερική,
δῶ ἔχουν τσχολειό τους κατν βίο τν δικό τους.

δῶ ἔχουν τδικά τους κατοκόσμου τκαλά.
Ποῦ ἀλλομπορον νβρονε τέτοια σάξια γαθά»;
τσι διχοτομημένος καμθλίψη στν καρδιά,
στν καϋμένη του τν μάνα γραφε λόγια πικρά.

«Μάνα δν μπορνὰ ἔλθω στν πατρίδα τώρα δά.
σο κι’ ν σνοσταλγῶ ἔχω δμικρπαιδιά».
Kικείνη παντοσε μμορφα λόγια γλυκ
μὲ ἀγάπη στν καρδιά, πάντοτε μως λογικά.

«τσι ταν γραφτπαιδί μου νσπάρη ξενιτειά,
μέσα π’ τν γκαλιά μου κανζομε χωριστά.
Κοίτα τώρα τπαιδιά σου κι’ αττν καλκυρά σου
κι’ σως Θες τφέρει κάποτε ενοϊκά.

Τότε λα, στω γιλίγο, νδωθομε μιφορ
πρν τμάτια μου τκλείσω μτν πόνο στν καρδιά!»
τσι κύλαγαν τχρόνια στν πλανεύτρα ξενιτει
σπου κάποτε μιμέρα το’πε καλκυρά:

«Εναι δύσκολο πολὺ ὅλοι μας νπμε κε,
πήγαινε μ’ να παιδντς πάρς τν ευχή!»
Κι’ ἔτσι γύρισε δόλιος πχρόνια πιπολλά,
κάπου κεδεκαεπτά, στν πατρίδα τν παλιά.

Γινὰ ἐπισκευθτν μητέρα τν καλή,
π’ γαποσε μστοργκανοστάλγαγε νδ.
ταν πλέον μιγριούλα εχε γίνει καγιαγι
κι’ π’ τς δυό του αδελφάδες πο’χαν κάνει πιπαιδιά

Πέρναγαν τς πισκέψεις μὲ ἀγάπη καχαρές,
μ’ ξαδέλφια καμθείους μτν μάνα κι’ δελφές.
Μὰ ὁ νος του ταν τώρα στν καλή του τν κυρά,
καστὸ ἄλλο του παιδπο’ χε μείνει στν μερική.

Γύρισαν λοιπν ξανκεστν πλάνα ξενιτειά,
ποὺ ἦταν μως πατρίδα καστδυό του τπαιδιά.
τσι πέρασαν τχρόνια κι’ ρθαν στμαλλιτχιόνια,
μεταξσδυπατρίδες, μικοντκι’ λλη μακρυά!

Καμιμέρα τν φωνάζουν, μητέρα σθενε
καφοβται θπεθάνκαδν θσξαναδ.
Τρέχει μπαίνει στ’ εροπλάνο στν πατρίδα γινρθ,
νπρολάβη καϋμένος τν μητέρα του νδ.

Πλάϊ κεστπροσκεφάλι που εναι ξαπλωμένη
τώρα τν μοιρολογεμὲ ὀδύνη στν φωνή: «Μάνα
μου χ! Τώρα σχάνω φεύγεις γιτν ορανό.
τσι ταν τγραφτό μου, χ! Ποτνσχαρ».

τσι μάνα του πεθαίνει μμαράζι στν καρδι
πο’φυγε πκοντά της τόσα χρόνια μακρυά.
Καατς ξαναγυρίζει στν μαγκούφα ξενιτει
πο’ναι μως πατρίδα καστδυό του τπαιδιά.

Πέρασαν καὶ ἄλλα χρόνια καπληθύνανε τ«χιόνια».
Τπαιδιά του παντρεμένα κάνανε κι’ ατπαιδιά.
γινε κι’ ατς παππος κι’ γυναίκα του γιαγιά.
Κι’ ζωπισυγκεντρώθη στὰ ἐγγόνια καπαιδιά.

Κι’ τσι τώρα οἱ ἐπαφς στν πατρίδα τν γλυκει
μτς δυό του δελφς γιναν πιὸ ἀραιές.
ταν κάπου κάποιο γράμμα ἤ ἕνα μικρταξείδι
Πάντοτε μχτυποκάρδι καμζάλη στκεφάλι.

Εχε τώρα καθένας οκογένεια δικιά του
μὲ ἐγγόνια καπαιδικαπροβλήματα ρκετά.
Κατχρόνια κλουθοσαν λο νκατρακυλον.
Πέφτει ρρωστος βαριπάσχει τώρα πκαρδιά.

Καχηρεύει μιὰ ἀδελφκλαίει νύχτα καπρω,
μδν εναι κεκοντά της γιντν παρηγορ.
Κιατς χάνει να γαμπρ πγαποσε σ δελφό,
λλά εναι λοι μακρυκλαίει καθένας χωριστά.

Πέρασαν ξαντχρόνια ρθε μπόρα τοχειμνα
πέταξαν τχελιδόνια, στμαλλιπλήθυναν χιόνια.
Καμιμέρα ξαφνικπέφτει ρρωστη βαριὰ ἡ κυρ
ποὺ ἀγαπ. Τοτν πέρνει Θεός,τώρα μένει μοναχός.

Τπαιδιά του πατεράδες κι’ σο κι’ ν τν γαπονε
ζωή τους τπροστάζει χωρισττώρα νζονε.
 τσι χάνει τν κυρά, πέταξαν κα τ παιδι π τν παλι φωλιά
Μένει ρμος μοναχός μ’ να γάτο συντροφιά!

Τί νκάν; Πονπά; Στν πατρίδα δν μπορε,
καρδιδν τν φήνει εναι ρρωστη πολύ.
Ἡ Ἐκκλησιτώρα τομένει τελικπαρηγορι
καστν γκαλιά της μέσα τρέχει πάντοτε γοργά.

Εν’ τκαταφύγιό του στν ζωή του τν τρελλ
γιατξέρει κεθ’ φήστν στερνή του τν πνοή!
Καὶ ἡ λίγη οκονομία πο’χε κάνει στν ζω
μὲ ἱδρτα καμκόπους οτε αττν βοηθε.

Γιατὶ ὅ,τι κανγίντ’ νειρο ποεχε πάντα
στν πατρίδα γινρθδν θπραγματοποιηθ.
Σν κι’ ατν πάρχουν τόσοι καμὲ ἀρκετλεφτ,
μποτδν θγυρίσουν στν πατρίδα τν παλιά.

Γιατὶ ὅλοι τους ριζώνουν πάντοτε μὲ ὑποχρεώσεις,
μγυναίκα μπαιδιὰ ἤ μ’ρρώστια στν καρδιά.
Κασττέλος καταλήγουν κεστν πλάνα ξενιτει
μ’ να γάτο μ’ να σκύλο μοναχή τους συντροφιά!

Καοἱ ἀποτυχημένοι πο’ναι τόσο πελπισμένοι
καγυρίζουν σν ρεμάλια στκαζίνα στχαρτιὰ,
καπερννε τν ζωή τους μς στν κρύα μοναξι
ντρέπονται πλέον νπνε στν πατρίδα τν φτωχειά.

Μήπως τος κατηγορήσουν ποδν χουνε λεφτ
κι’ τσι τκορμί τους λυώνει μς στν μαύρη ξενιτειά!
τσι γίνεται συνήθως κι’ κεπάντα καταλήγει
ζωτομετανάστη νριζώνμακρυά.

Ετε πιτυχημένοι ετε ποτυχημένοι,
Εἴτε πλούσιοι μεγάλοι ετε τοΘεοφτωχοὶ,
λους μας μς καταπίνει δολερμαπονι
τμεγάλο χωνευτρι ποτλένε ξενιτειά.

Καὶ ὁ πόθος στν πατρίδα νγυρίσουμε ξαν
μένει μόνο παραμύθι στν φτωχή μας τν καρδιά.
σπου κλείνουμε τμάτια καξεχνινται λα ατά,
κι’ τσι μπαίνει μιτελεία στς ζως μας τγραφτά!

(Σημείωσις

Πιθανς τπαρν ποίημα, «Ἡ Ἱστορία τοΜετανάστη» νμν χει μεγάλη πήχησιν στν παροσα γενελόγτς σημερινς παγκοσμοποιήσεως. Εμαι βέβαιος μως τι ντανακλᾶ ὅλα τασθήματα τν παλαιοτέρων, τότε ποὺ ἡ μετανάστευσις ταν να δυνηρν καδραματικν γεγονός. λλωστε αττποίημα εναι γραμμένο σλεύθερο μέτρο χωρίς νὰ ἀποβλέπει σλογοτεχνικὴ ἐπαξίωση. Θέλει μόνον νὰ ἐκφράσμὲ ἁπλότητα καί πκαρδις, τς διακυμάνσεις τς ζως στν ξενιτειποοπερισσότερες εναι κοινς μεταξὺ ὅλων τν ξενητεμένων ποτπεπρωμένον τους, τος προίκησε με δυπατρίδες!)